Έφυγαν από το γραφείο και πήγαν σε ένα εστιατόριο λίγα τετράγωνα παρακάτω, μπήκαν μέσα και παρήγγειλαν μακαρονάδα, ο Νικ μία μπολονέζ και η Κέλι καρμπονάρα, μία σαλάτα και κρασί, καθώς περίμεναν η Κέλι του ξεκίνησε τη συζήτηση
‘’Νικ, ξέρω ότι δεν σε γνωρίζω πολύ καιρό αλλά νιώθω ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ.’’
‘’Και βέβαια μπορείς, πες μου ότι θέλεις, ξέρεις μου είπαν ότι είμαι καλός ακροατής’’
‘’Κοίτα, δεν έχω μιλήσει σε κανέναν σχετικά με τον Έρικ, είμαι από τους ανθρώπους που δεν ξεσπάνε εύκολα, αλλά μου χρειάζεται ένας φίλος αυτή τη στιγμή και δεν θέλω να επιβαρύνω τα κορίτσια γιατί και αυτές ήξεραν τον Έρικ και στεναχωρήθηκαν, αν κάτσουμε να μιλήσουμε θα θυμηθούμε τα παλιά και δεν ξέρω πόσα πακέτα χαρτομάντιλα θα ξοδέψουμε, αλλά δεν είμαι ακόμη έτοιμη να το κάνω, χρειάζομαι κάποιον που να είναι απ’ έξω, νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω σε εσένα γιατί δεν είχες κάποια σχέση μαζί του.’’
‘’Σίγουρα, ότι θέλεις, σε ακούω.’’
‘’Πολλοί νομίζουν ότι με τον Έρικ, είχαμε κάτι παραπάνω από συναδελφική σχέση και για να πω την αλήθεια είχαμε, αλλά ήταν αδερφική, τόσα χρόνια, τόσες σκοτούρες που περάσαμε δεν περιγράφονται αλλιώς, ήταν ο αδερφός μου, τον αγαπούσα τόσο πολύ και ξαφνικά τον έχασα, μακάρι να ήμουν εγώ στη θέση του, θα είχα γλυτώσει από πολύ πόνο…’’
‘’ Έλα Κέλι, μην λες τέτοια πράγματα, δεν είναι σωστό, γιατί σκέψου ότι τον πόνο που περνάς τώρα εσύ θα τον περνούσε αυτός.’’
‘’ Ήτανε πιο δυνατός από εμένα πάντα, είχε οικογένεια και παιδιά, ενώ εγώ τίποτα, μόνο τους γονείς μου και τις φίλες μου αλλά θα ήταν διαφορετικά, εξαιτίας μου σκοτώθηκε.’’
‘’Συγγνώμη, τις υποθέσεις μαζί δεν τις αναλαμβάνατε;’’
‘’Ναι, αλλά αυτός εμένα κυνηγάει και ο Έρικ την πλήρωσε για μένα.’’
‘’Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου, δεν σου κάνει καλό.’’
‘’Εντάξει, θα προσπαθήσω, προσπαθώ μάλλον, αλλά δεν μπορώ να μου αλλάξω γνώμη, φταίω εγώ, συνέχεια αυτό σκέφτομαι, κάθομαι μόνη στο σπίτι και μου έρχεται συνέχεια σαν ταινία στα μάτια η στιγμή που άκουσα την βόμβα να εκρήγνυται μπροστά μου, δεν θα την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου ολόκληρη, θυσιάστηκε για μένα, γνωρίζω ότι σκέφτομαι και φέρομαι παράλογα αλλά…’’
Ο Νικ τραβάει την καρέκλα του και την πλησιάζει, της πιάνει το χέρι στην αρχή και μετά την αγκαλιάζει, η Κέλι ξεσπάει σε λυγμούς τόσο δυνατούς που όλο το μαγαζί γυρνάει παραξενεμένο και τους κοιτάει, δεν ήξερε πώς να την κάνει να σταματήσει, προσπαθούσε όσο μπορούσε να την ηρεμήσει, να την καλμάρει, αλλά δεν έπιανε τίποτα, μετά από πέντε λεπτά άρχισε να συνέρχεται και ζήτησε από τον Νικ ένα τσιγάρο, της το έδωσε και άναψε και αυτός ένα, του ζήτησε συγγνώμη για την κατάσταση που την είδε και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της.
‘’Καλά μιλάς σοβαρά τώρα; Έκανες το σωστό, έπρεπε να τα βγάλεις από μέσα σου και το έκανες, να μην ανησυχείς για μένα, εγώ θα είμαι εδώ πάντα για σένα.’’
‘’Λυπάμαι ειλικρινά Νικ, δεν περίμενα να ξεσπάσω με τέτοιον τρόπο, πάντα ότι μου συμβαίνει τα κρατάω μέσα μου μέχρι να σκάσω και μετά γίνομαι κουρέλι.’’
‘’Εντάξει, δεν πειράζει, αισθάνεσαι κάπως καλύτερα;’’
‘’Πολύ, σε ευχαριστώ, το είχα ανάγκη, είναι τόσες οι αναμνήσεις, ο Έρικ ήταν κάτι ξεχωριστό, τώρα σκέφτομαι ότι πρέπει να φανώ δυνατή για αυτόν, την Μαίρη, την Τζέμα και τα παιδιά τους, πρέπει να βρω αυτό το κάθαρμα που τα έκανε αυτά, πρέπει να…’’ χτύπησε το τηλέφωνο της στα ξαφνικά και τραντάχτηκε μέχρι επάνω.
‘’Μπίσοπ, παρακαλώ.’’
‘’Γεια σου Κέλι, τι κάνεις; Πως πηγαίνουν οι έρευνές σου…;’’
‘’Ποιος είναι;’’
‘’Κάνεις πως δεν με κατάλαβες; Αφού ξέρεις ποιος είμαι.’’
‘’Παλιό….’’
‘’Σε παρακαλώ, να είσαι κόσμια μαζί μου, τι έγινε ανακάλυψες κάτι για μένα ή μήπως χρειάζεσαι και άλλη βοήθεια; Να σου υπενθυμίσω πως έχεις διορία μέχρι αύριο το βράδυ, αν βρεις κάποιο στοιχείο τότε σίγουρα ένα αγαπημένο σου πρόσωπο θα την γλιτώσει, αν πάλι όχι τότε… θα βρίσκεσαι σε μια ακόμα κηδεία να κλαις πάνω από ένα μνήμα.’’
‘’ Έτσι και σε βρω θα μαρτυρήσεις την ώρα και την στιγμή που αποφάσισες να μπλεχτείς μαζί μου, μόνο να σε βρω…’’
‘’Σου υπενθυμίζω, μια μέρα, σε αφήνω τώρα να συνεχίσεις το ραντεβουδάκι σου με τον συνοδό σου, που απ’ ότι βλέπω είναι και όμορφος, αλλά πριν έκλαιγες, σε πείραξε, μήπως να κανονίσω και αυτόν;’’
‘’Εγώ λέω να αφήσεις εμένα, τον συνοδό μου και τους ανθρώπους μου στην ησυχία μας, δεν μπορείς απλά να κάτσεις να μιλήσουμε; Θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω με οποιονδήποτε τρόπο, μην συνεχίζεις άλλο αυτόν τον παραλογισμό.’’
‘’Σε προειδοποιώ ντετέκτιβ, μια μέρα ακόμα’’
Της έκλεισε το τηλέφωνο, στράφηκε στον Νικ
‘’ Ήταν πάλι αυτός, δεν ξέρω τι να κάνω, Νικ πως θα τον βρούμε;’’
‘’Αύριο είναι η κηδεία της Μαίρη, τι ώρα είπαμε;’’
‘’Στις δώδεκα και μισή’’
‘’Ωραία, θα βρεθούμε το πρωί, θα πάμε να μιλήσουμε με όσους προλάβουμε πριν και θα συνεχίσουμε μετά την κηδεία, πρέπει να μαζέψουμε όσα στοιχεία μπορούμε. Αλήθεια πες μου κάτι, ξέρεις αν γνωρίζονται μεταξύ τους αυτοί οι άνθρωποι που ανέλαβες τις υποθέσεις και κατάφερες να τους κλείσεις μέσα; Σε αυτές τις κλίκες όλοι μαθαίνουν τις δουλειές του άλλου και γνωρίζονται.’’
‘’Δεν έχω ψάξει κάτι τέτοιο, αύριο που θα ξεκινήσουμε θα μάθουμε. Πάμε να σε αφήσω στο ξενοδοχείο τώρα.’’
‘’Εντάξει, να σε περιμένω κατά τις οχτώ;’’
‘’Ναι, είναι καλά αυτή την ώρα.’’
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν, μόλις έφτασαν στην πόρτα του ξενοδοχείου η Κέλι γύρισε προς τον Νικ και τον φίλησε στο μάγουλο λέγοντάς του
‘’Σε ευχαριστώ για όλα, τώρα νιώθω πως μπορώ να μιλήσω στα κορίτσια, είσαι ο άνθρωπός μου.’’
Της χαμογέλασε και χωρίς δισταγμό την αγκαλιάζει και της σκάει ένα φιλί στο στόμα.
‘’Κάποια στιγμή θα μου το ξεπληρώσεις αυτό, να είσαι σίγουρη, ποτέ δεν ξεχνώ ότι μου χρωστάνε’’ άνοιξε την πόρτα και έφυγε, η καμπαρτίνα που φορούσε είχε κολλήσει στο σώμα του και φαινόταν το πόσο καλοφτιαγμένο ήταν, αναρίγησε στη σκέψη ότι μπορεί κάποια στιγμή να γινόταν δικός της, έστω και για μία ώρα, από την πρώτη στιγμή που τον είδε στο τμήμα ένιωσε ένα δυνατό χτύπο στην καρδιά της και μετά από αυτό το φιλί δεν ήταν σίγουρη αν θα κατάφερνε να κοιμηθεί το βράδυ.
Έφτασε σπίτι, πήρε ένα μπουκάλι κρασί και ένα ποτήρι, ξεντύθηκε, έβαλε απαλή μουσική, γέμισε την μπανιέρα με ζεστό νερό και άλατα, βυθίστηκε μέσα επαναφέροντας στο μυαλό της τα γεγονότα της ημέρας, ήξερε ότι αυτή η κατάσταση με τον Νικ θα προχωρούσε αλλά όχι τώρα γιατί θα της αποσπούσε την προσοχή, έπρεπε αν όχι αύριο, μεθαύριο να κανόνιζε συγκέντρωση με τα κορίτσια στο μπαρ για να τα πούνε ένα χεράκι, το νερό άρχισε να κρυώνει έτσι σηκώθηκε έβαλε τις πυτζάμες της και έπεσε να κοιμηθεί, τα όνειρά της ήταν όμορφα μετά από αρκετές μέρες, είδε τον Νικ τόσο όμορφο, τόσο δυναμικό να την περιμένει σε μια παραλία με ορθάνοιχτη την αγκαλιά του και εκείνη να τρέχει κοντά του με όλη της τη δύναμη μήπως και χαθεί από τα μάτια της, έτρεχε να τον προλάβει, να γίνουν ένα, να μην μπορεί να τους χωρίσει κανένας, να τους αφήσουν να ζήσουν το όνειρό τους.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
