Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Πέρασε μια ολόκληρη μέρα μέχρι επιτέλους να ανοίξει τα μάτια της, μόλις το έκανε δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα που βρισκόταν, γύρισε το κεφάλι της και είδε τον Νικ, καθόταν σε μια πολυθρόνα με μια κουβέρτα στα πόδια του και κοιμόταν, πήγε να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερε, ο Νικ την άκουσε και έτρεξε κοντά της
''Επιτέλους μωρό μου, ξύπνησες''
''Νικ, τι έγινε; Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Πόσες ώρες κοιμάμαι;''
''Τι θυμάσαι;''
''Θυμάμαι τον Μπερκ, τον Γκριν, την Τζίλ στην αποθήκη, παλεύαμε, μόλις κατάφερα να ελευθερώσω την Τζίλ, έτρεξα για τον Μπερκ, με χτύπησαν, μετά όλα είναι μπερδεμένα, μου έρχονται στιγμές στο μυαλό αλλά δεν μπορώ να τις βάλω σε σειρά''
''Λοιπόν, θα σου πω αμέσως τώρα τι έγινε, πρώτον, η εγχείρηση σου δεν κράτησε πολύ, μόνο μια ώρα, δεύτερον, μετά την εγχείρηση κοιμάσαι συνέχεια, δηλαδή μια ολόκληρη ημέρα και τρίτον, θέλεις να σου πω τώρα την συνέχεια της αποθήκης ή θέλεις να ηρεμήσεις πρώτα και να φωνάξω τους γονείς σου που ανησυχούν;''
''Φωνάξατε τους γονείς μου; Πάτε καλά, τους ανησυχήσατε χωρίς λόγω;''
''Όχι βρε αγάπη μου και χωρίς λόγω, ο Αρχηγός επέμενε γιατί αν δεν ειδοποιούσε τον μπαμπά σου, θα τον σκότωνε επιτόπου αν το μάθαινε από αλλού''
''Που είναι τώρα;''
''Πήγαν κάτω στην καφετέρια να πιούν έναν καφέ, πάω να τους φωνάξω''
''Δεν θα μου πεις την συνέχεια;''
''Ας έρθουν να σε δουν πρώτα και μετά σου τα λέω όλα''
Βγήκε από το δωμάτιο και είπε στην νοσοκόμα να τους ειδοποιήσει να ανέβουν, παράλληλα φώναξαν και τον γιατρό για να την δει
''Κέλι μου, αγάπη μου, μωράκι μου, ψυχή μου, είσαι καλά, πως νιώθεις;''
''Τώρα είμαι εντάξει μαμά. Είδες γιατί σου φώναξα όταν μου είπες ότι ήρθαν; Μπαμπά μου, έλα να σε αγκαλιάσω και μην ανησυχείτε για εμένα, θα βγω σε κανά δύο μέρες και μετά όλα θα έρθουν στην κανονική τους ροή''
''Κέλι, μπορείς να μην είσαι τόσο απερίσκεπτη σε καταστάσεις όπως η χθεσινή; Θα μπορούσες τώρα να μην βρίσκεσαι σε αυτό το κρεβάτι αλλά σε ένα ψυγείο''
''Μπαμπά, κάτσε φρόνιμα, ότι και να ήταν κινδύνευε η φίλη μου, δεν μπορούσα να κάτσω με σταυρωμένα χέρια''
''Ας έπαιρνες ένα τηλέφωνο στο τμήμα να έλεγες που πας, να έρθουν τουλάχιστον από πίσω σου ο Άρνι και άλλοι αστυνομικοί.''
''Ηρέμησε τώρα, τέλος καλό όλα καλά, δεν λένε;''
''Να τα βράσω τα καλά. Έχουμε τον αδερφό σου που δεν έχει δώσει σημεία ζωής εδώ και μια βδομάδα, έχουμε και εσένα από πάνω. Για συμμορφωθείτε και οι δύο γιατί θα αρχίσω να θυμώνω''
''Ωραία μπαμπά, θα είμαστε τα καλύτερα παιδιά από εδώ και πέρα, σου το υπόσχομαι. Αλήθεια γιατί ο μικρός δεν πήρε τηλέφωνο;''
''Που θες να ξέρω; Αυτό το ξερό του το κεφάλι, θα τον φέρει καμιά μέρα σε άσχημη θέση''
''Μόλις βγω από εδώ, θα τον ψάξω''
''Κέλι, θέλω να σου πω κάτι''
''Τι είναι Νικ;''
''Όταν βγεις από εδώ...''
''Ναι...''
''Ο αρχηγός σου έχει κανονίσει έναν μήνα άδεια, μαζεύεις τα πράγματά σου και φεύγουμε Νέα Υόρκη για αρχή, μια μέρα μόνο θα πάω στην Υπηρεσία και μετά πάμε διακοπές, μετά από τέσσερα χρόνια συνεχόμενης δουλειάς αποφάσισα να πάω και εγώ λίγες διακοπές''
''Νικ, καλά αυτά που λες, αλλά τι θα γίνει με την υπόθεσή, την αναφορά ποιος θα την κάνει;''
''Τακτοποιήθηκε και αυτό, ο Άρνι την ξέρει απ' έξω και ανακατωτά, θα τα κάνει αυτός, θα σου την στείλει όπου είμαστε, θα της βάλεις υπογραφή και τελειώσαμε''
Εκείνη την στιγμή ήρθε ο γιατρός
''Καλησπέρα σας, πολυκοσμία εδώ μέσα για βράδυ, πως είναι η ασθενής μας;''
''Για ποια μιλάει; Εγώ δεν είμαι ασθενής, απλά είχα μια ατυχία και χρειάστηκε να με φιλοξενήσετε σε αυτό το ωραίο δωμάτιο.''
''Κέλιιιιιιιιιιιιιι'' βροντοφώναξαν και οι τρεις μαζί
''Καλά, καλά, μια πλάκα δεν μπορώ να κάνω;''
''Καταλαβαίνω ότι συνήλθατε δεσποινίς Μπίσοπ, μόνο χρειάζεται να σας εξετάσω για πέντε λεπτά''
''Δεν λέω όχι να με εξετάσετε, αλλά θέλω να μου πείτε επίσης πότε θα φύγω. Αύριο είναι καλά;''
''Θα δούμε πως θα εξελιχθεί η νύχτα πρώτα''
''ΟΥΦ!!!! Καλά''
''Εμείς πάμε έξω, όταν τελειώσετε μας φωνάζετε''
Ο Νικ πήρε τηλέφωνο την Τζίλ, ευτυχώς είχε συνέλθει από το σοκ
''Παρακαλώ''
''Τζίλ, Νικ εδώ''
''Περίμενα τηλέφωνο σου, τι έγινε, είναι καλά;''
''Καλύτερα δεν γίνεται, ξύπνησε και άρχισε να μας πειράζει όλους έναν έναν''
''Η αιώνια καλή Κέλι, θα έρθουμε αύριο πρωί πρωί με την Πάϊπερ, θα της το πω εγώ''
''Ευχαριστώ, τα λέμε αύριο, καληνύχτα''
''Καληνύχτα Νικ''
Γύρισε ξανά αλλά ο γιατρός ακόμα δεν είχε τελειώσει, χαζολόγησαν οι τρεις τους ώσπου βγήκε
''Γιατρέ, θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση''
''Παρακαλώ, πείτε μου''
''Όταν ξύπνησε θυμόταν αρκετά πράγματα, όμως μετά που δέχτηκε το χτύπημα δεν θυμάται και πολλά, της έρχονται κάποιες στιγμές στο μυαλό αλλά όπως είπε δεν μπορεί να τις βάλει στην σωστή σειρά''
''Αυτό είναι μετατραυματικό σοκ, σε λίγες μέρες θα τα θυμηθεί όλα και θα τα βάλει σε σειρά, ξέρετε, σε κάποιους ανθρώπους το μυαλό τους κρύβει τα πιο σημαντικά γεγονότα μιας δύσκολης κατάστασης, για τον λόγω και μόνο γιατί αυτό το περιστατικό μπορεί και να τους στοιχήσει την ζωή''
''Σας ευχαριστώ πολύ, θα σας δούμε ξανά αύριο;''
''Βεβαίως, θα είμαι εδώ μέχρι αύριο το μεσημέρι. Σας καληνυχτώ''
''Καληνύχτα και σας ευχαριστούμε ξανά''
Μπήκαν μέσα στο δωμάτιο και κάθισαν δίπλα στην Κέλι
''Λοιπόν, σηκωθείτε τώρα όλοι να πάτε στο σπίτι να ξεκουραστείτε, εγώ είμαι μια χαρά''
''Δεν είσαι καλά κορίτσι μου, θα κάτσουμε εδώ, δεν σε αφήνουμε''
''Μαμά, μπαμπά, είπα τώρα θα σηκωθείτε''
''Μην μου υψώνεις εμένα την φωνή, δεν σου τις έβρεξα μικρή θα σου τις βρέξω τώρα''
''Θα κάνουμε μια συμφωνία''
''Τι είναι πάλι, εσύ δεν έπρεπε να γίνεις αστυνομικός, πολιτικός έπρεπε''
''Μπαμπά, άσε τις γκρίνιες. Θα μείνει ο Νικ μαζί μου αν το θέλει, εσείς όμως θα πάρετε τα κλειδιά μου και θα πάτε στο σπίτι, αύριο το πρωί μου έρχεστε ξανά. ΟΚ;''
''Θα αναγκάσεις τον άνθρωπο να μείνει μαζί σου, δουλειά δεν έχει; Δεν φτάνει που έμεινε εδώ από χθες, τον θες και σήμερα;''
''Εγώ θα έμενα έκανε δεν έκανε χειρονομία να το πει, ελάτε να σας κατεβάσω μέχρι το αυτοκίνητο''
Η Κέλι τους καληνύχτισε και τους είπε ότι θα τους περιμένει αύριο, μετά από ένα τέταρτο γύρισε ο Νικ, κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και τις εξήγησε τι έγινε χθες το βράδυ με κάθε λεπτομέρεια, δεν κατάλαβαν πότε πήγε δύο η ώρα, αποκοιμήθηκαν εκεί, στο κρεβάτι του νοσοκομείου.
Το πρωί τους ξύπνησε η νοσοκόμα που ήρθε να δει την Κέλι, είδε την πίεση της, αν είχε πυρετό και μετά της έφερε πρωινό, ο Νικ πήγε στην καφετέρια για να πιει έναν καφέ, κάθισε για λίγο άναψε ένα τσιγάρο και είδε την Τζίλ, την Πάϊπερ, τον Ρότζερ και την Τζέμα να έρχονται, αφού ήπιαν τον καφέ τους αποφάσισαν να ανέβουν πάνω, ήρθαν ο Αρχηγός με τον πατέρα της Κέλι, από πίσω ακολουθούσαν ο Άρνι και η μαμά της, πήραν το ασανσέρ και μπήκαν στο δωμάτιο, ο γιατρός ήταν μέσα και τους εξήγησε ότι μπορούσε να φύγει το μεσημέρι, αφού πρώτα της έκαναν μια μαγνητική.
Μιλούσαν για αρκετή ώρα και γελούσαν, ξαφνικά χτύπησε το κινητό της Κέλι, απάντησε ο Νικ
''Παρακαλώ''
''Καλημέρα, θα ήθελα να μιλήσω στην Κέλι''
''Ποιος την ζητεί παρακαλώ;''
''Εσύ ποιος είσαι που σηκώνεις το τηλέφωνο; Η Κέλι δεν το αποχωρίζεται ποτέ''
''Είμαι ένας συνεργάτης, εσείς θα μου πείτε ποιος είστε;''
''Ο αδερφός της, θα μου την δώσετε τώρα;''
''Βεβαίως, μισό λεπτάκι. Κέλι, είναι ο αδερφός σου''
''Γκρεμίστηκε κανένας φούρνος για να με παίρνεις εσύ τηλέφωνο;''
''Έλα Κέλι, άσε τα χαζά, πήρα στο τμήμα γιατί ήθελα να δω τι κάνεις, μου είπαν τι έγινε και σε πήρα, παίρνω την πρώτη πτήση που υπάρχει από Λονδίνο και έρχομαι''
''Δεν χρειάζεται, βγαίνω σήμερα, δεν είναι ανάγκη για να γυρίσεις μόνο για αυτό''
''Μα δεν έρχομαι μόνο για αυτό, πήρα μετάθεση και έρχομαι για πάντα στην πατρίδα''
''Σοβαρά μιλάς τώρα;''
''Πιο σοβαρά δεν γίνεται''
''Αχ! Αδερφούλη μου, χαίρομαι για εσένα''
''Θα έρθω με παρέα, να ξέρεις να προετοιμάσεις έδαφος''
''Καλά, ότι διατάξετε στρατηγέ μου, σου δίνω την μαμά, να τις τα πεις''
Της έδωσε το τηλέφωνο και εξήγησε στους άλλους τι έγινε, χάρηκαν όλοι πολύ για αυτήν την επιστροφή.
Ήρθε το μεσημέρι και ήταν έτοιμοι να φύγουν, περίμεναν το εξιτήριο, μόλις το πήραν πήγαν κάτω, μπήκαν στο αμάξι της Κέλι και ξεκίνησαν για το σπίτι.
Όταν μπήκαν μέσα ήταν σκοτεινά, πήγε να ανάψει το φως και τότε είδε όλο το τμήμα και όλους τους φίλους της να την περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες, έκαναν ένα μικρό πάρτι και μετά από περίπου ένα τρίωρο άδειασε όλο το σπίτι, το χάρηκε πολύ γιατί κατάλαβε ότι έχει πολλά άτομα που την αγαπάνε.
Αφού συμμάζεψαν τα κορίτσια ετοιμάστηκαν να φύγουν, τους ευχήθηκαν καλό ταξίδι, γιατί την επόμενη ξεκινούσαν τις διακοπές τους και έφυγαν, το ίδιο και οι γονείς της.
Έμειναν επιτέλους μόνοι, η Κέλι είχε πει στην μαμά της για τον Νικ και εκείνη το χάρηκε πολύ, μάλιστα όταν ήταν στην πόρτα τον πήρε λίγο πιο μακριά και τον έβαλε να της υποσχεθεί ότι θα την προσέχει σαν τα μάτια του, έβαλαν τις πιτζάμες τους και ξάπλωσαν, βασικά ο ύπνος τους πήρε προτού ακουμπήσουν το κεφάλι τους στο μαξιλάρι.
Η μέρα αποχαιρέτησε την νύχτα με τον έντονο ήλιο της να φέγγει με μεγάλη δύναμη.