Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

Η Κέλι περίμενε με ανυπομονησία το τηλεφώνημα, είχε φτάσει δέκα το πρωί και είχε μάθει τίποτα, έλεγε συνέχεια από μέσα της ότι θα τους πνίξει όλους, το θέμα ήταν σοβαρό και δεν έκαναν κάτι, δεν ήθελε να πάει για πρωινό αν δεν μάθαινε, μόλις ο Νικ ήρθε από την βόλτα του σαν να είχε συνεννοηθεί με τα γραφεία, χτύπησε το τηλέφωνο
''Μπίσοπ''
''Έλα Κέλι, ο Χάρυ είμαι''
''Επιτέλους, τι στο καλό κάνετε;''
''Δύσκολα πράγματα μας έβαλες''
''Πες μου γρήγορα''
''Η κυρία που ψάχνεις είναι μια από τις περιζήτητες κακοποιούς, έχει ένα μητρώο όπως σου είπαν χθες από εδώ μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου, τώρα δουλεύει για την μαφία''
''Για την μαφία;''
''Ακριβώς, θέλουν το πρόγραμμα που έβγαλε ο αδερφός σου για να μην μπορέσουν οι αστυνομικοί να σπάνε τους μυστικούς τους κώδικες, την έριξαν δίπλα του για να του κλέψει το πρόγραμμα και μετά να τον καθαρίσει''
''Τι μου λες τώρα; Και πως το έμαθαν;''
''Έχουν μέσα δικούς τους και τους το σφύριξαν''
''Εμείς τι κάνουμε;''
''Ακόμα τίποτα, δεν έχουν έρθει εντολές''
''Το FBI όμως μπορεί, σωστά;''
''Ναι, γιατί τι σκέφτεσαι;''
''Θα σου πω άλλη στιγμή, ξέρουμε για κανένα συνεργάτη;''
''Έχουμε μια υποψία αλλά δεν το διασταυρώσαμε ακόμα''
''Κάν' το γρήγορα. Ποιος είναι;''
''Ο Άλμπερτ Κάϊν''
''Μπλέχτηκε με την μαφία;''
''Ναι εδώ και λίγο καιρό''
''Ευχαριστώ, θα σε ξαναπάρω''
''Γεια, περιμένω''
''Νικ, έχουμε πρόβλημα''
''Τι είναι;''
''Η Συλβή είναι μπλεγμένη με την μαφία''
''Σοβαρά; Και τι σχέση έχει η μαφία με το πρόγραμμα;''
''Θέλει να το κλέψει ώστε να μην τελειοποιήσει η αστυνομία και να μην το χρησιμοποιήσει, είναι μεγάλο όπλο''
''Τι άλλο έχεις;''
''Η Συλβή έχει έναν συνεργάτη, ονομάζεται Άλμπερτ Κάϊν, είναι μεγάλος κακοποιός και έμπλεξε και αυτός, συνεργάζεται μαζί τους, όμως σαν αστυνομία δεν έχουμε λάβει εντολές και δεν μπορώ να κάνω κάτι, μπορείς όμως εσύ''
''Τι θέλεις να κάνω;''
''Βασικά, μάθε τι γίνεται με αυτόν, όσο περισσότερα μπορείς, τώρα που μιλάμε υπάρχει περίπτωση να βρίσκεται πάνω στο καράβι, μετά θα πάμε να μιλήσουμε στον καπετάνιο''
''Έγινε, θα το ψάξω αμέσως''
ο Νικ ξεκίνησε τα τηλέφωνα, κάπου ένα μισάωρο αργότερα είχε νέα
''Λοιπόν, πρώτον είναι όντως στην μαφία και μάλιστα μπήκε σε μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες, ελέγχουν πολλά πράγματα και το πρόγραμμα θα τους χαλούσε σχεδόν όλες τις δουλειές. Έχουν αρχίσει να κάνουν συμφωνίες μέσα από το ίντερνετ, υποτίθεται δημοπρασίες και συναφή πράγματα, αλλά όλα είναι βιτρίνα, π.χ. πουλάνε ξυρούς καρπούς για αυτούς σημαίνει σφαίρες, τα βεγγαλικά σημαίνουν όπλα και πολλά ακόμα που δεν μπορούμε να μπορούμε να τα καταλάβουμε, το πρόγραμμα αυτό αναλύει τα πάντα και μπορούμε να μπούμε μέσα χωρίς να μας καταλάβουν και έτσι να τους πιάσουμε''
''Έτσι έριξαν δόλωμα την Συλβή, αφού δεν κατάφεραν να σκοτώσουν και τον αδερφό μου όπως τον συνεργάτη του''
''Ακριβώς''
''Πάμε να τους βρούμε και να καταφέρουμε με έναν τρόπο να τα πούμε στον Μπεν''
''Φύγαμε''
τους βρήκαν στην τραπεζαρία καθώς τελείωναν το πρωινό τους
''Αργήσατε σήμερα'' είπε η Συλβή
''Ναι, καθυστερήσαμε να κοιμηθούμε το βράδυ και μας πλάκωσε το πάπλωμα''
''Σε λίγο φτάνουμε στον πρώτο μας προορισμό, θα πάμε καμιά βόλτα να κάνουμε και ψώνια;''
''Ναι Συλβή μου, θα πάμε αλλά επίτρεψε μου να σου πω ότι εδώ δεν έχει και πολλά πράγματα, μόνο αξιοθέατα, το νησί είναι ιδιόκτητο και μπαίνεις μόνο για να θαυμάσεις και να πιεις έναν καφέ, δεν έχει κάτι άλλο''
''Σοβαρά μιλάς τώρα;''
''Ναι, δεν το ήξερες; Αύριο που θα είμαστε στο Μαϊάμι μπορείς να κάνεις ότι θέλεις''
''Εντάξει, ευχαριστώ πολύ''
''Μην το συζητάς, τα μέρη μου είναι''
''Πάμε έξω να δούμε το λιμάνι;''
''Φύγαμε''
Ξεκίνησαν όλοι μαζί χαζεύοντας μόλις βγήκαν έξω την στεριά να πλησιάζει σιγά σιγά.
Μόλις το καράβι άραξε, έπιασαν τις φωτογραφίες και έτρεξαν έξω
''Αχ, Μπεν μου είναι φανταστικά, έλα να σου βγάλω μια φωτογραφία''
''Εντάξει, εντάξει''
στήθηκε και πήρε πόζα περιμένοντας
''Κάτι πρέπει να κάνουμε, δεν πρέπει μα μένουν πολλή ώρα μόνοι τους''
''Ναι αλλά τι;''
''Θα σου πω σε λίγο, θα περάσουμε λίγες ώρες ξεγνοιασιάς και μόλις γυρίσουμε θα βρω τον καπετάνιο''
''Σύμφωνοι. Παιδιά πάμε για ένα καφέ;''
''Ναι Κέλι, που θα κάτσουμε;''
'Μπεν μου, εδώ που έχουμε θέα την θάλασσα''
''Εντάξει''
καθώς έπιναν τον καφέ τους η Συλβή πήγε στο μπάνιο, η Κέλι τους είπε ότι θα πάει από πίσω της για να δει αν θα κάνει κάτι, ο Νικ θα είχε την ευκαιρία να πει στον Μπεν τι έμαθαν. Η Κέλι πλησίασε στην πόρτα του μπάνιου, ευτυχώς ήταν μισάνοιχτη και άκουγε πιο εύκολα αλλά δεν μπορούσε να δει με ποιον μιλάει
''Πρέπει να ξέρει κάτι αυτή, θα μας την χαλάσει την δουλειά''
''Κάνε εσύ αυτό που πρέπει και τους άλλους ασ' τους σε μένα''
η Κέλι κατάφερε και είδε τον άντρα από το πλοίο
''Είναι πολύ έξυπνη σου λέω, όλο πετάει υπονοούμενα και δεν μας αφήνουν πολύ μόνους, άσε και το άλλο, ο βλάκας δεν ανοίγει τον υπολογιστή για να δουλέψει και δεν είναι αυτό δεν μου δίνει και τους κωδικούς του για να μπορέσω με έναν τρόπο να μπω. Βρήκα τόσες δικαιολογίες και τίποτα, του είπα ότι θέλω να δω τα mail μου και μου λέει πάντα πως ο υπολογιστής είναι για δουλειά''
''Δεν ξέρω τι θα κάνεις, κανόνισε όμως να το κάνεις γρήγορα, παρακολούθησε τον όταν τον ανοίγει και απομνημόνευσε τον''
''Το προσπάθησα και αυτό και με κατάλαβε''
''Να προσπαθήσεις και άλλο δεν με νοιάζει''
''Θα κάνω ότι μπορώ, φεύγω τώρα γιατί άργησα πολύ, θα επικοινωνήσουμε''
η Κέλι πρόλαβε και έφυγε λίγα βήματα πιο πέρα για να μην την καταλάβει και μόλις άνοιξε η πόρτα η Συλβή την είδε που ερχόταν
''Κορίτσι μου τι έπαθες; Ανησύχησα και ήρθα να δω τι κάνεις''
''Καλά είμαι'' της είπε με ένα θυμωμένο ύφος ''δεν χρειαζόταν να με ψάξεις''
''Συγγνώμη, πάω και εγώ να φρεσκαριστώ'' καθώς έμπαινε στο μπάνιο είδε τον άντρα να βγαίνει, προσπέρασε την Συλβή χωρίς καμία αντίδραση και έφυγε, σε λίγο επέστρεψε στο τραπέζι, ο Νικ έψαχνε στα μάτια της μια απάντηση
''Εντάξει γλυκιά μου; Πρέπει να φύγουμε να κάνουμε μια βόλτα και να γυρίσουμε πίσω σε μια γιατί αναχωρούμε''
''Βεβαίως, αν είστε έτοιμοι κι εσείς''
σηκώθηκαν και πήγαν στο εξοχικό του Πρίγκιπα, έριξαν μια ματιά μέσα, γύρισαν και την αυλή με τα ζώα, ύστερα ανέβηκαν στο πλοίο και ξεκίνησαν για την επόμενη στάση, το Μαϊάμι.
Μόλις μπήκαν στο πλοίο ο Νικ πήγε και ζήτησε τον καπετάνιο, του είπε ότι πρόκειται για θέμα του FBI και πήγαν στην καμπίνα του να μιλήσουν, του εξήγησε την κατάσταση και ο άνθρωπος συγκλονίστηκε, του έδωσε το ελεύθερο να κάνει ότι θέλει αρκεί βέβαια να μην γινόταν ντόρος και να μην πάθαινε κανείς κάτι, ο Νικ του το υποσχέθηκε, τον ευχαρίστησε και έφυγε.
Στον διάδρομο είδε τον άντρα και κατά έναν περίεργο τρόπο καθώς τον παρατήρησε λίγο καλύτερα του φάνηκε ότι κάπου τον ήξερε, μέχρι να φτάσει στην καμπίνα έσπασε το κεφάλι του.
''Τι έγινε, του μίλησες;''
''Ναι, έχουμε άδεια να κάνουμε ότι θέλουμε''
''Ωραία''
''Είδα στον διάδρομο τον γνωστό σου, τον παρατήρησα και είναι όντως γνωστή φάτσα, θα τον περιγράψω στα κεντρικά να δούμε τι γίνεται''
έπιασε πάλι το τηλέφωνο και πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να το κλείσει
''Σου έχω νέα που δεν τα περίμενες με τίποτα''
''Λέγε, είμαι όλη αυτιά''
''Ο κύριος είναι ο πασίγνωστος Φαντομάς, δεν ξέραμε ότι τώρα συστηνόταν σαν Άλμπερτ Κάϊν, το έμαθαν μόλις σήμερα το πρωί, τον περιέγραψα και τα αποτελέσματα από το κομπιούτερ έβγαλαν το πρόσωπό του, τώρα μπαίνουν όλα σε μια σειρά''
''Δεν το πιστεύω, ήρθα τόσο κοντά...''
''Ακόμα δεν τελείωσε τίποτα, ίσα ίσα τώρα αρχίζουν''
''Δίκιο έχεις''
ετοιμάστηκαν για φαγητό, όταν μπήκαν μέσα ο Μπεν και η Συλβή ακόμα δεν είχαν κατέβει, κάθισαν σε ένα τραπέζι και περίμεναν, σε κάποια φάση εμφανίστηκε ο Μπεν μόνος
''Πως και μόνος αδερφούλη;''
''Η Συλβή μου είπε ότι δεν αισθανόταν καλά και ήθελε να ξαπλώσει, την άφησα, έκανα όμως κάτι και μπορώ να την παρακολουθώ''
''Τι έκανες;''
''Έβαλα μια κάμερα με μικρόφωνο σε ένα ράφι και έφυγα''
''Και αν την βρει;''
''Μην σε ανησυχεί, είναι τόσο μικροσκοπική που δεν πρόκειται'' έβγαλε από την τσέπη το κινητό του και έβαλε μπροστά το πρόγραμμα, φαινόταν ολοκάθαρα το δωμάτιο με την Συλβή να προσπαθεί να σπάσει τον κώδικα στον υπολογιστή και τον Φαντομά να κάνει άνω κάτω το δωμάτιο μήπως ανακαλύψει κάτι, ο Μπεν ξεκαρδίστηκε στα γέλια
''Γιατί γελάς;''
''Είναι απλό, έχω βάλει τόσους κωδικούς στον υπολογιστή που και να καταφέρει να τον ανοίξει, δεν υπάρχει περίπτωση να μπει στα προγράμματα και τις σημειώσεις''
''Είσαι σίγουρος; Αν καταφέρει το ένα θα σπάσει και τα άλλα''
''Με τίποτα, και ο άλλος που ψάχνει χαρτιά θα βρει σε λίγο κάτι που δεν το περιμένει''
''Τι δηλαδή;''
''Ψεύτικες σημειώσεις, θα νομίζει ότι είναι οι πραγματικές και θα το πει στα αφεντικά''
''Ναι, αν το καταλάβουν όμως; Θα άφηνες εκτεθειμένες έτσι τις σημειώσεις;''
''Δεν είναι εκτεθειμένες, είναι καλά κλειδωμένες στον χαρτοφύλακα και σε ένα κουτί με ηλεκτρονικό συνδυασμό''
''Θα τον σπάσει;''
''Δεν είναι πολύ δύσκολο, εγώ το έκανα να μοιάζει''
σε πέντε λεπτά το είχε ανοίξει και άρχισε να φωνάζει χαρούμενα
''Τα κατάφερα Συλβή, το άνοιξα''
''Πως το έκανες;''
''Δεν είναι και τόσο έξυπνος τελικά όσο νομίζαμε''
''Μην το λες, εγώ δεν κατάφερα τίποτα''
''Συνέχισε, εγώ τρέχω να τα στείλω στα αφεντικά, τα έβγαλα φωτογραφίες''
''Καλά, θα συνεχίσω λίγο ακόμα και μετά θα ντυθώ και θα πάω, θα τους πω ότι ένιωσα καλύτερα''
''Εντάξει, θα τα πούμε αργότερα''
Η Συλβή προσπάθησε λίγο ακόμα αλλά και πάλι δεν κατάφερε τίποτα, ντύθηκε και κατέβηκε
''Γεια σας, τι κάνετε; Ακόμα βλέπω δεν τελειώσατε''
''Όχι αγάπη μου, να σου παραγγείλω κάτι;''
''Ναι, πεινάω σαν λύκος. Φέρε μου μια αστακομακαρονάδα''
''Αμέσως αγάπη μου''
ο Μπεν έτρεξε και παρήγγειλε, αφού τελείωσαν όλοι, βγήκαν για μια βόλτα στο κατάστρωμα
''Αύριο Νικ πιστεύω θα μας πας σε καλά μέρη για να ψωνίσουμε''
''Σίγουρα καλή μου Συλβή, σίγουρα...''
''Ευχαριστώ πολύ, τα λέμε λοιπόν το πρωί''
''Βεβαίως, καληνύχτα και στους δύο''
Εκεί χωρίστηκαν και η Κέλι με τον Νικ έμειναν το περισσότερο βράδυ ξύπνιοι συζητώντας για το πως θα ξεμπλέξουν.
Το Μαϊάμι τους επιφύλασσε πολλά...

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

ΓΕΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!

Καλησπέρα σε όλους, έχω μέρες να σας γράψω και με στεναχωρεί πολύ αυτό, όπως σας είχα πει λόγω της υγείας μου έπρεπε να ξαπλώνω συνέχεια και να μην ασχολούμαι με τίποτα, τα πράγματα για μένα όμως δεν πήγαν και τόσο καλά παρόλο που έκανα ότι μου είπε ο γιατρός, δυστυχώς το μωράκι μου το έχασα και ήμουν αρκετές μέρες στο νοσοκομείο. Τώρα είμαι καλά, σωματικά τουλάχιστον αν και η εγχείρηση ήταν δύσκολη, σας υπόσχομαι ότι θα επανέλθω δρυμήτερη σε λίγες μέρες, με δυνάμεις και ψυχολογία ελπίζω καλύτερη.

Σας ευχαριστώ όλους που όταν σας είχα πει για αυτό το μωρό μου δώσατε τις καλύτερες ευχές, να είστε όλοι καλά και να ξέρετε ότι σας έχω μέσα στην καρδιά μου πάντα.

Φιλια πολλά!!!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

Το φως που έμπαινε από το παραθυράκι της καμπίνας τους έφερε ένα γλυκό ξύπνημα, η Κέλι σηκώθηκε και πήγε να κοιτάξει την θάλασσα, χαμογέλασε και ετοιμάστηκε ώστε να πάνε για πρωινό, ο Νικ ήταν τόσο χαρούμενος που έτρεχε συνέχεια από εδώ και από εκεί
''Νικ, θα ντυθείς επιτέλους;''
''Να το σκεφτώ λίγο...; Δεν θέλω''
''Μην κάνεις σαν μωρό και ετοιμάσου να πάμε να φάμε. Πεινάω σαν λύκος''
''Και εγώ, αλλά όχι για πρωινό''
''Συμβιβάσου τώρα με αυτό και μετά βλέπουμε''
''Άρχισες από τώρα να μου λες να συμβιβαστώ; Δηλαδή σε δέκα χρόνια τι θα κάνεις;''
''Θα σε δέρνω. Άντε!''
''Καλά, καλά γκρινιάρα''
καθώς προχωρούσαν στον διάδρομο η Κέλι είδε το ίδιο άτομο με χθες που τις φάνηκε γνωστό και κατά έναν περίεργο τρόπο στο φως της ημέρας φαινόταν πιο σίγουρο, δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί...
''Κέλι, έχεις κάτι;''
''Όχι, αλλά αυτός ο τύπος από χθες μου προξενεί κάτι, τέλος πάντων δεν θα χαλάσω τις διακοπές μας, πάμε στην τραπεζαρία''
μόλις μπήκαν είδαν τον Μπεν και την Συλβή, τους φώναξαν αμέσως
''Καλημέρα παιδιά, πως κοιμηθήκατε;''
''Καλημέρα, αδερφούλη μου νομίζω ότι ήταν ο καλύτερος ύπνος που έκανα εδώ και χρόνια''
''Συμφωνώ και εγώ με την Κέλι, ήταν πολύ καλός ύπνος''
''Εσείς; Πως το περάσατε το βράδυ;''
''Καλά, εμένα Κέλι μου με πείραξε λίγο το κούνημα αλλά το ξεπέρασα''
''Σε ενοχλούν τα καράβια;''
''Για να λέμε την αλήθεια, όχι πάντα, εξαρτάται σε τι διάθεση με βρίσκει''
''Αυτό πρώτη φορά το ακούω''
''Τι να κάνουμε Κέλι μου, συμβαίνουν αυτά''
''Εντάξει κορίτσι μου, μην βαράς, δεν είπα κάτι κακό''
''Οκ κορίτσια, μην ανεβαίνουν τα ντεσιμπέλ για διακοπές είμαστε''
''Αγάπη μου, θα φωνάξεις τον σερβιτόρο;''
''Παρακαλώ, κύριε μπορούμε να παραγγείλουμε;''
''Βεβαίως και συγγνώμη για την καθυστέρηση. Τι θα πάρετε;''
''Δύο καφέδες σκέτους, αυγά βραστά, τοστ, ψωμί βούτυρο και μαρμελάδα''
''Ευχαριστώ κύριοι, έρχονται σε λίγο''
''Θα τα φάτε όλα αυτά;''
''Συλβή μου θα σου πω ένα πράγμα, λόγω της δουλειάς μας πρέπει να τρώμε καλό πρωινό γιατί δεν είσαι σίγουρος εάν θα δεις ξανά φαγητό όλη την ημέρα, είναι μια συνήθεια''
''Ναι, αλλά τώρα δεν σας κυνηγάει κανένας''
''Δεν είπαμε αυτό, απλά το μεσημέρι μπορεί να είμαστε στην πισίνα και δεν κάνει να κολυμπάς φαγωμένος. Κατάλαβες;''
''Εντάξει, εσείς ξέρετε''
''Μόνο θα μας συγχωρήσετε με τον αδερφό μου μόλις τελειώσουμε έχουμε να πούμε κάποια πράγματα''
''Εννοείτε, υποσχέσου μου όμως ότι δεν θα μου τον κρατήσεις ώρα μακριά μου γιατί δεν αντέχω'' είπε η Συλβή και τον αγκάλιασε με νόημα, πίστευε ότι η Κέλι είχε καταλάβει τον ρόλο που έπαιζε και θα γινόταν άσχημος μπελάς στο σχέδιο της.
''Μπεν, πηγαίνουμε; Νικ, εάν θέλεις κράτα παρέα στην Συλβή''
''Με μεγάλη μου χαρά, θέλεις να πάμε για μπάνιο και να έρθουν να μας βρουν τα παιδιά μόλις τελειώσουν;''
''Νικ, είσαι πολύ καλός'' πήγε κοντά του και τον έπιασε αγκαζέ συνεχίζοντας όμως να κοιτάει με νόημα την Κέλι
''Μπεν, πηγαίνουμε;''
''Ναι, σε ακολουθώ''
βγήκαν στο κατάστρωμα, περπάτησαν λίγο αλλά ο Μπεν δεν έλεγε να ξεκινήσει
''Λοιπόν αδερφούλη, θα μου πεις τι έχεις;''
''Κέλι, είναι λίγο δύσκολο αυτό που έχω να σου πω''
''Ότι και να είναι, θα το αντέξω''
''Μέσα στην εταιρία υπάρχουν κάποια άτομα τα οποία συνεργάζονται με μυστικές υπηρεσίες...''
''Ναι κάτι ξέρω''
''Ωραία, ένα από αυτά τα άτομα είμαι και εγώ, το θέμα όμως είναι ότι ανακαλύψαμε με έναν συνάδελφο έναν κώδικα που θα βοηθούσε σε πολλά πράγματα, όπως ηλεκτρονικό έγκλημα και κάποια άλλα. Τα αφεντικά ενθουσιάστηκαν πολύ και μας ζήτησαν να το αναπτύξουμε''
''Και...''
''Μόλις αρχίσαμε, παρατηρήσαμε ότι είχαμε πολλούς σπασμένους κώδικες, κάποιος από μια αντίπαλη εταιρία ήξερε και προσπαθούσε να μας κλέψει το πρόγραμμα και εκεί ξεκίνησε η όλη ιστορία, ο συνάδελφός μου κατά έναν περίεργο τρόπο σκοτώθηκε και τώρα κυνηγάνε εμένα, γι' αυτό ζήτησα να φύγω, υποψιάζομαι όμως ότι η Συλβή δεν είναι αυτή που φαίνεται, εμφανίστηκε από το πουθενά και από τότε με ακολουθεί όπου και να πάω. Πιστεύω ότι περιμένει να κάνω κάποια κίνηση για να πάρει τα στοιχεία που θέλει και να με σκοτώσει. Δεν ξέρω τι να κάνω, τα αφεντικά μου είπαν να την πάρω μαζί μου για να μην υποψιαστεί κανείς κάτι μέχρι να βρουν την λύση. Άρχισα όμως να φοβάμαι για την ζωή μου''
''Τα κατάφερες βλέπω πάλι. Γιατί δεν μου είπες κάτι πιο νωρίς;''
''Σου είπα, δεν ήξερα τι να κάνω. Τώρα όμως που σε είδα σκέφτηκα ότι ήταν καλό σημάδι και ότι θα μπορούσες να με βοηθήσεις''
''Αυτή τη στιγμή δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω κάτι, θα το συζητήσω με τον Νικ, είναι καλύτερος σε αυτά και θα σου πω, ίσως κάνουμε κάποια τηλέφωνα''
''Σε ευχαριστώ αδελφούλα, θα ήμουν με δεμένα χέρια χωρίς εσένα. Τον Νικ όμως, μπορούμε να του έχουμε εμπιστοσύνη;''
''Πες ότι ο Νικ είμαι εγώ''
''Εντάξει, πάμε τώρα γιατί τους αφήσαμε πολλή ώρα μόνους και δεν θέλω να υποψιαστεί τίποτα''
''Πρόσεχε όμως γιατί από την αρχή δεν μου γέμισε το μάτι''
Τους βρήκαν στην πισίνα να πλατσουρίζουν στο νερό, η Κέλι έβγαλε το φουστάνι της και βούτηξε κοντά στον Νικ
''Τι έγινε κορίτσι μου; Αργήσατε πολύ''
''Θα σου πω μετά, μου φαίνεται ότι θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα''
''Γιατί;''
''Σταμάτα μην μας καταλάβει η Συλβή, θα σου πω''
''Τι λέτε εσείς εδώ;''
''Τίποτα, απλά του δείχνω πόσο μου έλειψε''
''Μου τον έκλεψες πάντως αρκετή ώρα''
''Συλβή μου, όταν τα αδέρφια έχουν να ιδωθούν καιρό λογικό είναι αυτό''
''Εντάξει για αυτή την φορά σας συγχωρώ, αλλά δεν θέλω να ξαναγίνει, δεν αντέχω μακριά του''
''Θα το προσπαθήσω γλυκιά μου''
''Κέλι, πάμε να παραγγείλουμε έναν καφέ και να κάνουμε ηλιοθεραπεία;''
''Ναι, φύγαμε''
καθώς έβγαιναν και πήγαιναν στο μπαρ η Συλβή είχε πάρει ένα ύφος τόσης κακίας που εάν γυρνούσαν και την έβλεπαν θα σοκάρονταν και οι δύο, πήραν τον καφέ τους και γύρισαν στις ξαπλώστρες
''Θα μου πεις τώρα τι έγινε;''
''Νικ, κάνε υπομονή μέχρι να πάμε στο δωμάτιο, δεν θέλω να την έχω στα πόδια μου για να μιλήσουμε ήσυχα''
''Εντάξει, τελικά οι διακοπές μας δεν θα είναι και τόσο ευχάριστες''
''Θα δείξει...''
''Ωραίο καφέ κάνουν πάντως''
''Ναι, είναι τέλειος''
''Τι θα κάνουμε μετά;''
''Θα δούμε, ας διασκεδάσουμε όσο μπορούμε τώρα''
ήρθαν και οι άλλοι
''Τι έγινε παιδιά; Μεσημέριασε, θα πάμε για φαγητό;''
''Αυτή τη στιγμή δεν πεινάω ιδιαίτερα, εσύ Νικ;''
''΄Οχι, λέμε να πάμε στο δωμάτιο γιατί αρκετά καήκαμε και για συνέχεια θα δούμε''
''Εντάξει, εμείς πάμε να αλλάξουμε και να γυρίσουμε να φάμε''
''Θα τα πούμε το απόγευμα ή το βράδυ''
''Οκ, τα λέμε''
μόλις μπήκαν στο δωμάτιο ο Νικ έσκασε
''Θα μου πεις επιτέλους;''
''Λοιπόν, ο αδερφός μου με έναν συνάδελφο δούλευαν πάνω σε ένα πρόγραμμα το οποίο θα βοηθούσε τις μυστικές υπηρεσίες σε διαλευκάνσεις υποθέσεων, όμως με κάποιο τρόπο διέρρευσε και άρχισαν να σπάνε κωδικοί του συστήματος, στο μεταξύ ο συνάδελφος του Μπεν σκοτώθηκε και τώρα κυνηγάνε αυτόν, τα αφεντικά του τον έστειλαν εδώ μήπως και γλυτώσει, το πρόβλημά μας είναι άλλο, η Συλβή''
''Τι έχει;''
''Ο Μπεν υποψιάζεται πως την έχουν στείλει οι αντίπαλοι που θέλουν το πρόγραμμα, εμφανίστηκε από το πουθενά και δεν τον αφήνει σε ησυχία''
''Μάλιστα, πρέπει να δράσουμε δηλαδή και γρήγορα''
''Ακριβώς''
''Θα κάνω κάποια τηλέφωνα για να δω αν γνωρίζουν κάτι στα κεντρικά''
''Εγώ θα πάρω στο τμήμα να τους ειδοποιήσω ότι θα τους στείλω μια φωτογραφία της, για να κοιτάξουν αν έχει μητρώο''
''Έχεις φωτογραφία της''
''Την πήρα από το κινητό του Μπεν''
''Άντε να δούμε εάν θα κάνουμε διακοπές''
''Νικ, είναι ο αδερφός μου...''
''Το ξέρω αγάπη μου και θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να βοηθήσω''
έβαλαν και οι δύο μπροστά προσπαθώντας να μάθουν κάτι, όταν τελείωσαν είχε πάει γύρω στις εφτά το απόγευμα, δεν κατάφεραν να μάθουν πολλά σήμερα όμως τους ειδοποίησαν ότι αύριο θα ήξεραν τα πάντα, μόνο η Κέλι έμαθε ότι η Συλβή είχε μητρώο και καθόλου μικρό...
Πήγαν ξανά στην πισίνα και έκαναν ακόμα ένα μπάνιο για να δροσιστούν λίγο, η ζέστη είχε αρχίσει να πέφτει, γύρισαν στο δωμάτιο άλλαξαν και πήγανε για βραδινό.
Είχαν συνεννοηθεί ότι σε κάποια φάση θα έπαιρνε ο Νικ τον Μπεν να συζητήσουν κάτι και έτσι έγινε, όταν του δόθηκε η ευκαιρία τον τράβηξε λίγο παραπέρα και του είπε τι είχαν μάθει μέχρι τώρα. Ο Μπεν έμεινε με το στόμα ανοιχτό όμως δεν το έδειξε γιατί είχε καταλάβει ότι η Συλβλή τους παρακολουθούσε. Συνήλθε λίγο και γύρισαν, η μέρα είχε περάσει τόσο γρήγορα που δεν το πρόσεξαν
''Λοιπόν παιδιά, σας ευχαριστούμε για την παρέα, αύριο φτάνουμε στον πρώτο προορισμό μας και πρέπει να το γλεντήσουμε''
''Σίγουρα Συλβή μου, θα το γλεντήσουμε...''
''Θέλεις να πεις κάτι Κέλι;''
''Όχι καλή μου, συμφωνώ μαζί σου''
''Εντάξει, όπως θέλεις. Καληνύχτα''
''Καληνύχτα''
''Νικ, δεν μου αρέσει καθόλου η όλη υπόθεση''
''Μην αγχώνεσαι, μπορεί και να μην είναι τίποτα, θα δούμε αύριο''
''Θα περιμένω''
''Τώρα έλα σαν καλό κορίτσι να σε βάλω για ύπνο''
''Νικ, αυτό το μυαλό σου...''
''Ε, όχι και το μυαλό μου''
''Πρόστυχε''
''Τι έτσι θα με αφήσεις πάλι;''
''Θα το σκεφτώ...''
''Δεν θα προλάβεις...'' της είπε και έπεσε πάνω της με όση λαχτάρα είχε.
Για ακόμη μια φορά το ξημέρωμα τους βρήκε άγρυπνους και αγκαλιασμένους.
Όσα προβλήματα τους περίμεναν ήθελαν να τα αφήσουν, αυτά όμως δεν ήθελαν...

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

‘’Νιιιικ, ξύπνα θα αργήσουμε’’
‘’Τι… τι έγινε;’’
‘’Είναι εφτά η ώρα, δεν ακούσαμε το ξυπνητήρι, σε μια ώρα πρέπει να είμαστε στο λιμάνι, κουνήσου’’
‘’Αμάν βρε Κέλι, πως κάνεις έτσι; Θα προλάβουμε’’
‘’Εγώ τρέχω στο μπάνιο, εσύ ντύσου γρήγορα’’
‘’Εντάξει, σηκώνομαι’’
Η Κέλι σε δέκα λεπτά βγήκε από το μπάνιο και ντύθηκε
‘’Ευτυχώς οι βαλίτσες είναι έτοιμες από χθες’’ μονολόγησε
‘’Κέλι, τελείωσες; Ετοίμασα καφέ, κατέβα’’
‘’Έρχομαι, θα με βοηθήσεις με τα πράγματα;’’
‘’Ανεβαίνω’’
Σε πέντε λεπτά ήταν όλα μπροστά στην πόρτα και οι δυο τους έπιναν καφέ
‘’Χαίρομαι που προλαβαίνουμε έναν καφέ πριν φύγουμε. Αγχώθηκα λίγο’’
‘’Από σήμερα και για δύο βδομάδες δεν θα αγχωθείς για τίποτα και για κανέναν’’
‘’Μακάρι να είναι έτσι όπως τα λες, μου φαίνεται περίεργο που πηγαίνω διακοπές, έχω να το κάνω τόσο καιρό’’
‘’Και εγώ το ίδιο, πρέπει όμως να δώσουμε την ευκαιρία στο σώμα και το μυαλό μας να ξεκουραστούν’’
‘’Συμφωνώ, δώσε μου ένα τσιγάρο, τα δικά μου τελείωσαν’’
‘’Ορίστε, άντε μόλις το τελειώσουμε να φύγουμε’’
‘’Την μηχανή την πήρες μαζί σου;’’
‘’Ναι, την έχω στο τσαντάκι’’
‘’Φεύγουμε λοιπόν για να κατακτήσουμε τις θάλασσες’’
‘’Ποιοι είμαστε αγάπη μου, οι Πειρατές της Καραϊβικής;’’
‘’Άμα θέλουμε γινόμαστε’’
‘’Ωραία Κάπτεν Σπάροου, μπες στο αυτοκίνητο τώρα για να σε πάω στο Μαύρο Μαργαριτάρι σου’’
Αφού έφτασαν στο λιμάνι πάρκαραν σε έναν ιδιωτικό χώρο φύλαξης και ξεκίνησαν για το κρουαζιερόπλοιο. Όταν το είδαν έμειναν και οι δύο με ανοιχτό το στόμα. Δεν περίμεναν να είναι τόσο μεγάλο. Πήραν τις κυλιόμενες σκάλες και έφτασαν στην ρεσεψιόν. Ένας καμαρότος ανέλαβε τις βαλίτσες τους.
‘’Καλημέρα σας, λέγομαι Τζόουνς, έχω κλείσει μια διπλή καμπίνα’’
‘’Καλημέρα σας, καλώς ήρθατε στο Βασίλισσα Μαίρη, ορίστε τα κλειδιά σας, το παιδί θα σας οδηγήσει’’
‘’Ευχαριστούμε πολύ. Κέλι τι χαζεύεις;’’
‘’Κοίτα ομορφιές που έχει εδώ μέσα. Γίνεται να υπάρχει σιντριβάνι σε ρεσεψιόν πλοίου;’’
‘’Είδες που γίνεται;’’
‘’Κοίτα το σαλόνι, είναι ντυμένο όλο σε στυλ Λουδοβίκου’’
‘’Μας περιμένει το παιδί με τις βαλίτσες, πάμε στο δωμάτιο και θα τριγυρίσουμε μετά όσο θέλεις’’
‘’Εντάξει, ακολουθώ’’
‘’Κύριε, κυρία από εδώ παρακαλώ, θα πάμε με το ασανσέρ’’
Καθώς περνούσαν από τους ορόφους έβλεπαν ότι ο καθένας είχε διαφορετική διακόσμηση, κανένας όμως δεν ξέφευγε από το στυλ Λουδοβίκου.
Έφτασαν στον έκτο όροφο στον οποίο έμεναν, όλος ήταν ντυμένος σε αποχρώσεις του μωβ και του γκρι, η Κέλι δεν παρέλειψε να αναφωνήσει, ο καμαρότος την κοίταξε και χαμογέλασε.
‘’Εδώ είναι η καμπίνα σας, μπορείτε να μου δώσετε την κάρτα σας; Ευχαριστώ. Όλες οι λειτουργίες ξεκινούν με το που θα βάλετε την κάρτα στην σχισμή της. Από εδώ είναι το μπάνιο. Μπροστά σας το σαλόνι και στο βάθος η κρεβατοκάμαρα. Εμένα θα με συγχωρήσετε τώρα’’
‘’Σε ευχαριστώ πολύ, ορίστε κάτι για τον κόπο σου’’ του είπε ο Νικ και του έδωσε είκοσι δολάρια
‘’Νικ, είναι τέλειο, δεν το φανταζόμουν έτσι’’
‘’Σου αρέσει;’’
‘’Το ρωτάς; Δεν έχω συνηθίσει σε τόση πολυτέλεια. Εσύ μεγάλωσες σε αυτά και δεν το καταλαβαίνεις, όμως εγώ… πώς να το πω… είναι το κάτι άλλο’’
‘’Σε λίγο καιρό θα είναι καθημερινότητα και για εσένα να τα έχεις όλα στα πόδια’’
‘’Δεν ξέρω αν θα το αντέξω’’
‘’Έλα ας τα αφήσουμε αυτά, πάμε επάνω στο κατάστρωμα να δούμε πως ξεκινάει το πλοίο’’
‘’Εντάξει, μισό λεπτό μόνο να πάω στο μπάνιο’’
Ανέβηκαν και τους φύσηξε ένα αεράκι, ένιωσαν σαν να είχαν γεννηθεί για να βρίσκονται εκεί. Λάτρευαν και οι δύο την θάλασσα, πλησίασαν στα κάγκελα για να κοιτάξουν την πόλη που άφηναν, θα γυρνούσαν σε δέκα εφτά μέρες όμως κατά έναν περίεργο τρόπο ένιωθαν τύψεις που άφηναν την δουλειά τους, τόσα χρόνια ζούσαν για να δουλεύουν και τώρα που τους δόθηκε η ευκαιρία να κάνουν το μεγάλο βήμα και να την αφήσουν για λίγο, στενοχωριόταν. Η Κέλι όμως το ξεπέρασε πιο γρήγορα και πήρε τον Νικ από το χέρι για να κάνουν βόλτα.
Το κρουαζιερόπλοιο ήταν ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου, το ύψος του έφτανε τα είκοσι μέτρα και το πλάτος του τα εκατόν πενήντα, για περίπου δύο ώρες πήγαιναν από όροφο σε όροφο για να μπορέσουν να προσανατολιστούν. Στον πρώτο εντόπισαν το καζίνο και στο δεύτερο τα μαγαζιά για ψώνια, τις καφετέριες και το εστιατόριο. Αφού τελείωσαν ανέβηκαν ξανά στο κατάστρωμα για να πιουν έναν καφέ.
Πήραν τις καρέκλες και κάθισαν να κοιτάνε την θάλασσα, πως πέρασαν οι ώρες δεν το κατάλαβαν, έξω ο ουρανός είχε αρχίσει να παίρνει το σκούρο μπλε του χρώμα, σηκώθηκαν ώστε να πάνε στο δωμάτιό τους και να αλλάξουν για το βραδινό. Η έκπληξη που τους περίμενε ήταν σχεδόν έτοιμη να κάνει την εμφάνισή της στο εστιατόριο.
‘’Νικ, θα μου φέρεις το μπουρνούζι μου γιατί το ξέχασα πάνω στην βαλίτσα;’’
‘’Τώρα αγάπη μου’’
‘’Τελείωσα, μπες και εσύ ώστε εγώ να ετοιμαστώ, σήμερα λέω να γίνω λίγο όμορφη’’
‘’Λίγο είσαι κάθε μέρα, σήμερα θα γίνεις πολλή’’
‘’Ευχαριστώ για το κομπλιμέντο αλλά καμιά άλλη σαχλαμάρα δεν είχες να πεις;’’
‘’Λέω και σαχλαμάρες τώρα;’’
‘’Λιγουλάκι’’ του έδωσε ένα φιλί ‘’Άντε τώρα, πλύσου, άρχισα να πεινάω’’
Πήγε στο δωμάτιο, βάφτηκε, έβαλε το καινούργιο της φόρεμα, ένα μαύρο εξώπλατο με μεγάλα κόκκινα λουλούδια, όταν ο Νικ βγήκε την είδε όρθια μπροστά στον καθρέφτη να στεγνώνει τα μαλλιά της, ήταν πραγματικά πολλή όμορφη και όλη δική του, την πλησίασε και την αγκάλιασε από πίσω με όλη του την δύναμη
‘’Κέλι, δεν θέλω να σε χάσω ποτέ από την ζωή μου, δεν ξέρω τι μου έκανες, όμως σε ευχαριστώ και σου υπόσχομαι ότι αν και νωρίς, σύντομα θα σε κάνω γυναίκα μου’’
‘’Νικ, αγάπη μου, είναι νωρίς ακόμα να λέμε τέτοια πράγματα, ξέρεις και εγώ πόσο σε αγαπάω, δεν έχω νιώσει ξανά έτσι για κάποιον και δεν νομίζω να υπάρξει δεύτερη. Όμως ακόμα…’’
‘’Μην μιλάς, καταλαβαίνω, φίλησέ με μόνο’’
Αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά λες και θα ήταν η τελευταία…
Όταν μπήκαν στο εστιατόριο ήταν ήδη γεμάτο, υπήρχε μόνο ένα τραπέζι στο βάθος, τους άρεσε γιατί ήταν λίγο απόμερο και θα απολάμβαναν πιο εύκολα την βραδιά.
Καθώς έδιναν παραγγελία η Κέλι νόμισε ότι είδε ένα γνωστό άτομο, κοίταξε καλύτερα και κατάλαβε πως έκανε λάθος.
Έπιναν το κρασί τους συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, όταν ξαφνικά άκουσε από πίσω να φωνάζει κάποιος το όνομά της, γύρισε και αντίκρισε τον αδερφό της
΄΄Κέλιιι, Κέλι, μωρό μου’’
‘’Μπεν…; Τι στο καλό κάνεις εδώ;’’ σηκώθηκε και τον αγκάλιασε
‘’Εγώ τι κάνω εδώ; Εσύ;’’
‘’Την κολοκυθιά θα παίξουμε; Κάνω επιτέλους διακοπές’’
‘’Και εγώ. Είπα να χαρώ λίγο την ελευθερία μου πριν γυρίσω στο σπίτι και στην δουλειά. Δεν θα μου συστήσεις τον φίλο σου;’’
‘’Ωχ! Συγγνώμη. Μπεν από εδώ ο Νικ, Νικ ο Μπεν, ο αδερφός μου’’
‘’Ο ποιος;’’
‘’Ο αδερφός μου; Δεν μου μοιάζει;’’
‘’Τώρα που το λες. Μπεν, χάρηκα’’
‘’Εγώ να δεις. Που στο καλό είναι η Συλβή να την γνωρίσεις;’’
‘’Συλβή ακούω…’’
‘’Δεν σου είπα στο τηλέφωνο ότι θα έρθω με παρέα;’’
‘’Μάλιστα, θα την περιμένουμε, θα καθίσετε μαζί μας;’’
‘’Εάν δεν σας κάνει κόπο, δεν έχει πουθενά τραπέζι’’
‘’Κανένα πρόβλημα Μπεν. Ευτυχώς πουν είναι λίγο μεγάλο και θα μας χωρέσει’’
‘’Α! Να την. Συλβή, Συλβή, εδώ μωρό μου’’
‘’Καλησπέρα σας, Μπεν δεν θα με συστήσεις;’’
‘’Βεβαίως. Παιδιά η Συλβή, από εδώ ο Νικ και η Κέλι, η αδερφή μου’’
‘’Η αδερφή σου;’’ ρώτησε με ένταση ‘’Είσαι αστυνομικός αν δεν κάνω λάθος’’
‘’Δεν κάνεις και συγκεκριμένα είμαι ντετέκτιβ’’
‘’Εσύ Νικ με τι ασχολείσαι;’’
‘’Ας πούμε ότι είμαι και εγώ ντετέκτιβ’’
‘’Ας πούμε; Δεν είσαι δηλαδή;’’
‘’Είμαι αλλά όχι σαν την Κέλι’’
‘’Εσύ τι κάνεις;’’
‘’Είμαι ασφαλίστρια, όμως έχω σπουδάσει υποκριτική’’
‘’Μια χαρά το ακούω, από πού κατάγεσαι;’’
‘’Είμαι από το Κολοράντο, έχω όμως μεγαλώσει στην Αγγλία από τα πέντε μου’’
‘’Εκεί σπούδασες;’’
‘’Ναι, όλα εκεί τα έκανα’’
‘’Μπεν, εσύ με τι ασχολείσαι;’’
‘’Καλά η αδερφή μου δεν μιλάει καθόλου για μένα;’’
‘’Δεν είχαμε τον χρόνο’’
‘’Εγώ είμαι προγραμματιστής’’
‘’Ένας από τους καλύτερους του κόσμου μπορώ να πω’’
‘’Έλα αδερφούλα, τα παραλές τώρα’’
‘’Καθόλου, αφού σε ζητούσαν από τις μεγαλύτερες εταιρίες που υπάρχουν’’
‘’Για αυτόν τον λόγο πήρα μετάθεση, στην Αγγλία δούλευα στα κεντρικά της Microsoft, μου έγινε μια πρόταση από την Google και μέχρι να αποφασίσω τι θα κάνω θα δουλεύω στα γραφεία του Σαν Φρανσίσκο’’
‘’Συγγνώμη, τους είπες ότι σκέφτεσαι να αλλάξεις δουλειά και σε κράτησαν, επίσης σου έδωσαν μετάθεση;’’
‘’Δεν τους είπα ότι θα αλλάξω δουλειά, όχι ακόμα τουλάχιστον, μόλις μάθω τι μου προσφέρουν στην μια, θα δω τι μπορώ να πάρω από την άλλη, μετά θα αποφασίσω’’
‘’Πολύ σωστό σε βρίσκω’’
‘’Εσύ Συλβή τι θα κάνεις; Ο αδερφός μου είπε στο τηλέφωνο ότι έρχεστε μαζί’’
‘’Ας πούμε ότι κατάφερα με τα πολλά και τα λίγα να τους πείσω να έρθω και εγώ εδώ, στους συνεργάτες μας. Ξέρουν πόσο αγαπιόμαστε με τον Μπεν και μας έκαναν την χάρη’’
‘’Όλα βολικά δηλαδή. Σας ευχόμαστε τα καλύτερα’’
‘’Αδελφούλα, πες μας τα νέα σου. Πως αποφάσισες να κάνεις διακοπές;’’
‘’Υποχρεωτικά, μου έδωσε ο αρχηγός λόγο της ιστορίας που έγινε’’
‘’Χτύπησες πολύ;’’
‘’Όχι, εντάξει είμαι, οι άλλοι τρόμαξαν περισσότερο’’
‘’Τα κορίτσια τι κάνουν;’’
‘’Καλά, η Τζίλ παντρεύεται’’
‘’Έλα, το αποφάσισε επιτέλους;’’
‘’Όπως το είπες, επιτέλους’’
‘’Κέλι, θα σε πείραζε αύριο μετά το πρωινό να τα πούμε λίγο οι δυο μας; Μιας και βρήκαμε την ευκαιρία’’
‘’Εννοείτε, έναν αδερφό τον έχω’’
‘’Ώρα να πηγαίνουμε για ύπνο, είναι δύο η ώρα και ούτε που το καταλάβαμε’’
‘’Αδελφούλη, χάρηκα που σε είδα μετά από τόσο καιρό. Συλβή θα τα πούμε το πρωί’’
‘’Καληνύχτα παιδιά’’
Αποχωρίστηκαν στο ασανσέρ, η Κέλι και ο Νικ έκαναν μια βόλτα έξω, χάζεψαν την θάλασσα, συζήτησαν, έπαιξαν λίγο πειράζοντας ο ένας τον άλλο και πήγαν στο δωμάτιο.
Η αυριανή μέρα τους επιφύλασσε πολλά, δύσκολο όμως να το ξέρουν…

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Ο Νικ σηκώθηκε πολύ νωρίς, είχε χρόνια να ξυπνήσει και να μην τον περιμένει δουλειά, πήγε γρήγορα στο μπάνιο, μετά ντύθηκε και κατέβηκε κάτω, η Ρόζα ξεσκόνιζε, μόλις τον είδε παραξενεύτηκε
''Καλημέρα παιδί μου, για που το έβαλες τόσο νωρίς;''
''Ρόζα μου, θέλω να κάνω έκπληξη στην Κελί, έτσι όταν ξυπνήσει, που ελπίζω να αργήσει θα έχω φέρει διαφημιστικά για τις διακοπές μας, εσύ ξεκίνα να κάνεις το ομορφότερο πρωινό που υπάρχει στον κόσμο. Δεν θα αργήσω''
''Αχ! Αγόρι μου γλυκό, έχω να σε δω τόσο χαρούμενο από τότε που ζούσε η γυναίκα σου, ευλογημένη να είναι η Κέλι που κατάφερε μετά από τόσο καιρό να σε κάνει ξανά να πετάς στα σύννεφα''
''Θα είναι, όπως και εγώ μαζί της. Φεύγω τώρα για να προλάβω, τα λέμε σε λίγο''
''Γεια και να προσέχεις, μην τρέχεις''
ο Νικ μπήκε τρεχάτος στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε, στο πρώτο ταξιδιωτικό γραφείο που βρήκε μπήκε μέσα και ζήτησε διαφημιστικά
''Καλημέρα σας κύριε, για την διευκόλυνση σας θα μου πείτε εάν έχετε κάποιο μέρος υπόψη σας;''
''Όχι κάτι συγκεκριμένο, κρουαζιέρα θέλουμε που να φεύγει αύριο''
''Τώρα με δυσκολεύετε λίγο, θα κοιτάξω όμως να δω τι υπάρχει''
χτύπησε στον υπολογιστή τις ημερομηνίες
''Πόσες μέρες θέλετε να είναι το ταξίδι;''
''Τουλάχιστον δύο εβδομάδες''
''Μάλιστα, έχω δύο κρουαζιέρες για αύριο. Η μία είναι σε πέντε μέρη, ξεκινάμε από Νέα Υόρκη, πρώτη στάση Κόλπος του Μεξικό, δεύτερη Νησιά Κεϊμαν, τρίτη Τζαμάικα, τέταρτη Πουέρτο Ρίκο και τελευταία Κούβα, στο σύνολο οι μέρες είναι δέκα εφτά. Η άλλη τώρα, εκκίνηση πάλι από Νέα Υόρκη, πρώτη στάση Νησί Πρίγκιπα Έντουαρντ, δεύτερη Μαϊάμι, τρίτη Μπαχάμες, τέταρτη Παρθένα Νησιά και τέλος Βερμούδες, επίσης και αυτή δέκα εφτά ημέρες. Ποια από τις δύο προτιμάτε;''
''Μπορώ να πάρω τα διαφημιστικά μαζί μου και να σας τα κλείσω σε δύο ώρες;''
''Δεν υπάρχει πρόβλημα, ορίστε το τηλέφωνό μας''
''Θα σας τηλεφωνήσω και θα περάσω πάλι αργότερα ώστε να κανονίσουμε την πληρωμή''
''Σύμφωνοι, θα σας περιμένω. Καλή σας μέρα''
''Ευχαριστώ πολύ, γεια σας''
βγήκε από το γραφείο και έτρεξε για το σπίτι, ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει στην Κέλι, δεν κρατιόταν από την χαρά του, όταν έφτασε μόλις είχε κατέβει
''Καλημέρα αγάπη μου, που ήσουν; Ξύπνησα και δεν ήσουν δίπλα μου''
''Καλημέρα και σε σένα, πήγα να πάρω κάτι''
''Τι πράγμα;''
''Έλα να καθίσουμε να φάμε, να πιούμε έναν καφέ και σου τα λέω όλα''
πήγαν στην τραπεζαρία, η Ρόζα τους περίμενε με όλα τα καλούδια του κόσμου
''Γύρισες επιτέλους; Άργησες''
''Ρόζα βάλε καφέ, δεν αντέχω άλλο''
''Θα μου δείξεις τώρα τι πήρες;''
έβγαλε από την τσέπη του τα χαρτιά και της τα έδωσε
''Είπαμε θα πάμε κρουαζιέρα, δες τα και πες μου που θέλεις να πάμε''
τα πήρε στα χέρια της και άρχισε να τα ξεφυλλίζει
''Αχ! Νικ, δεν σε πιστεύω''
''Είναι κάτι που το θέλαμε και οι δύο, άντε διάλεξε''
''Λοιπόν, θα προτιμούσα την δεύτερη επιλογή''
''Αυτή με τις Μπαχάμες;''
''Ναι, νομίζω ότι θα είναι πολύ όμορφα''
''Εντάξει, το κλείσαμε τότε, μόλις τελειώσουμε από εδώ θα πάρω τηλέφωνο να μας κλείσουν τις θέσεις και μετά θα πάμε από εκεί να κανονίσουμε τον λογαριασμό''
''Είσαι απίθανος''
''Ότι πεις, τρώγε τώρα, ώστε να πάμε για ψώνια''
''Διατάξτε''
αφού τελείωσαν, ετοιμάστηκαν και έφυγαν, πέρασαν από το γραφείο, πλήρωσαν και ύστερα πήγαν στην αγορά, πήραν από το πιο μικρό πράγμα μέχρι το πιο μεγάλο που θα χρειαζόταν, τσάντες θάλασσας, μαγιό, αντηλιακά, αέρινα ρούχα αλλά και μερικά για πιο καλή περίσταση, σε περίπτωση που έτρωγαν με τον καπετάνιο. Όλη τους η μέρα πέρασε ευχάριστα χωρίς να τους διακόψει κανείς. Από αύριο ξεκινούσαν δύο εβδομάδες οι οποίες θα τους άλλαζαν την ζωή. Το βραδάκι που γύρισαν σπίτι ήταν και οι δύο κουρασμένοι, αυτό όμως δεν τους εμπόδισε στο να ετοιμάσουν τα πράγματά τους πρώτα, μετά να τσιμπήσουν κάτι και να περάσουν το υπόλοιπο της νύχτας στο δωμάτιο των παιχνιδιών, είχαν τόση διάθεση που δεν τους κρατούσε τίποτα, τα σύννεφα τα οποία μαζεύονταν πάνω από το κεφάλι τους σύντομα θα γινόταν καταιγίδα, όμως κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να ξέρει τι τους περιμένει σε αυτές τις πολυπόθητες διακοπές...

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

ΜΟΥΣΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Αυτή την ανάρτηση την κάνω χάρη στον Σκρουτζάκο που με κάλεσε να παίξω ένα παιχνίδι, μετά από τις οδηγίες που χρειαζόμουνα ώστε να το πετύχω, ορίστε λοιπόν οι επιλογές μου.









Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Το φως του ήλιου έμπαινε έντονο μέσα στο δωμάτιο, η Κέλι άνοιξε τα μάτια και έψαξε τον Νικ δίπλα της, αυτός όμως δεν βρισκόταν στο δωμάτιο, αφουγκράστηκε λίγο και κατάλαβε ότι ήταν στο μπάνιο, κοίταξε το ρολόι και συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ νωρίς, ακόμα δεν είχε πάει οχτώ, γύρισε από την άλλη μεριά και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, ο Νικ βγήκε μετά από λίγη ώρα, όταν τον άκουσε σηκώθηκε
''Καλημέρα, γιατί ξύπνησες από τόσο νωρίς; Αν το έχεις ξεχάσει, πρέπει να ξεκουράζεσαι αυτές τις ημέρες.''
''Γεια και σε εσένα, μου έλειπε κάποιος από κοντά μου και δεν μπόρεσα να κοιμηθώ περισσότερο'' την πλησίασε και κάθισε μαζί της στο κρεβάτι
''Έλα να σε βάλω να κοιμηθείς λίγο ακόμα''
''Τώρα τελείωσε η υπόθεση και να κάτσω στο κρεβάτι δεν υπάρχει περίπτωση να με πάρει ο ύπνος, θα σηκωθώ να πιούμε μαζί καφέ''
''Εντάξει, σε περιμένω κάτω, θα πω στην Ρόζα να σερβίρει και για σένα''
πήρε το σακάκι του και έφυγε, η Κέλι πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε και κατέβηκε, δεν άλλαξε γιατί πραγματικά αισθανόταν σαν στο σπίτι της
''Καλημέρα Ρόζα, πως είσαι σήμερα;''
''Πολύ καλά Κέλι μου. Τι προτιμάς για πρωινό;''
''Ότι υπάρχει στο τραπέζι, δεν με πειράζει καθόλου''
''Έχω έτοιμα αυγά και τοστ''
''Το πιο ωραίο πράγμα, θέλω τρία αυγά''
''Τρία; Θα πάθεις τίποτα κορίτσι μου με τόση χοληστερίνη''
''Μπα, με βοηθάνε να κρατηθώ όλη την ημέρα. Εσύ, Νικ έφαγες;''
''Περιμένω εσένα, μόνο καφέ ήπια, Ρόζα βάλε μου και εμένα τα ίδια''
''Αχ! Εσείς οι νέοι, δεν καταλαβαίνετε ότι κάποια πράγματα θα σας πειράξουν αργότερα''
''Έλα άσε την μητρική φιγούρα τώρα και πεινάμε''
''Εντάξει, έρχομαι αμέσως.''
χάζεψαν για λίγο στην τηλεόραση και μετά η Κέλι τον ρώτησε
''Αγάπη μου, τι ώρα θα τελειώσεις;''
''Κατά τις μία, θέλεις να περάσεις γύρω στις δώδεκα από το τμήμα να γνωρίσεις τους συνεργάτες μου;''
''Δεν ξέρω, είναι σωστό;''
''Γιατί να μην είναι; Θα περάσεις μόνο μια βόλτα να με δεις και να με πάρεις, μετά θα φύγουμε κατευθείαν για τους γονείς μου.''
''Καλά, θα έρθω''
''Ορίστε τα φαγητά σας, καλή όρεξη''
''Κάτσε μαζί μας, θέλω να σου πω κάτι, φέρε και τον καφέ σου''
η Ρόζα τον έφερε και κάθισε
''Λοιπόν, Ρόζα μου, σήμερα σε απαλλάσσω από όλα τα καθήκοντά σου, εκτός από ένα''
''Και πιο είναι αυτό;''
''Θα πας την Κέλι για ψώνια μέχρι τις δώδεκα και μετά θα μου την στείλεις στο γραφείο, εντάξει;''
''Νικ, σε παρακαλώ, δεν θέλω να την υποχρεώσω''
''Δεν είναι τίποτα για εμένα''
''Μόλις την βάλεις στο ταξί, πάρε ρεπό όλη την υπόλοιπη μέρα, δεν θα σε χρειαστούμε''
''Ωραία, συμφωνώ, αλλά τώρα εσύ κουνήσου γιατί θα αργήσεις''
''Σωστά, πες πως έχω φύγει ήδη, τα λέμε αργότερα''
πήρε τα πράγματά του, φίλησε και τις δύο και εξαφανίστηκε
''Κέλι χρειάζεσαι κάτι άλλο;''
''Όχι, έλα να τελειώσουμε το πρωινό μας, να μαζέψουμε και να ετοιμαστούμε για shopping therapy''
''Εσύ δεν έχεις καμία δουλειά να μαζέψεις τίποτα, θα πας επάνω να ντυθείς και μέχρι να κατέβεις εγώ θα τα έχω όλα τελειώσει. Άντε πίνε''
''Καλά ντε, μην με μαλώνεις''
ύστερα από δέκα λεπτά ήταν στο δωμάτιο, καθώς ντυνόταν σκέφτηκε τι όμορφα που ήταν εδώ, δεν ήθελε να φύγει και όμως σε ένα μήνα έπρεπε να ήταν πίσω στην καθημερινότητά της, δεν ήξερε τι να κάνει, πως μπορούσε να αφήσει τον Νικ μόνο, τον ήξερε λίγο καιρό αλλά της είχε γίνει απαραίτητος, επέπληξε τον εαυτό της που πήγαινε να χαλάσει αυτόν τον όμορφο μήνα και συνέχισε να βάφεται, ήταν έτοιμη να κατέβει όταν θυμήθηκε να πάρει την μαμά της τηλέφωνο, άφησε την τσάντα της και σχημάτισε τον αριθμό, χτύπησε μία, δύο, τρείς φορές, πήγε να το κλείσει αλλά στην τέταρτη το σήκωσε
''Παρακαλώ;''
''Μαμά εγώ είμαι, τι κάνετε;''
''Επιτέλους, ανησύχησα για σένα που δεν πήρες''
''Μπορούσες ξέρεις να με πάρεις στο κινητό''
''Περίμενα να δω πότε θα φιλοτιμηθείς εσύ''
''Καλά ας τα αφήσουμε αυτά, πως περνάτε χωρίς εμένα;''
''Όπως πάντα κορίτσι μου, τα ίδια. Α! Πήρε ο αδερφός σου τηλέφωνο, είπε ότι θα κάνει ένα ταξίδι με την κοπέλα και μετά θα γυρίσει πίσω''
''Μάλιστα, γιατί εμένα μου είχε πει ότι θα γυρίσει σύντομα''
''Σε ένα μήνα θα είναι εδώ''
''Εντάξει μαμά, θα σε αφήσω τώρα, πάω να κάνω βόλτα στην Νέα Υόρκη, θα σε πάρω αργότερα, φιλιά''
''Γεια σου κορίτσι μου και μην μας ξεχνάς''
όταν κατέβηκε, η Ρόζα την περίμενε στην πόρτα
''Φεύγουμε;''
''Ξεκινάμε, με τι θα πάμε;''
''Με το αμάξι μου, φυσικά''
μπήκαν μέσα και μετά από λίγη ώρα βρέθηκαν στο κέντρο
''Τι σκοπεύεις να πάρεις;''
''Δεν έχω κάτι στο μυαλό μου, ότι βρω και μου αρέσει θα το πάρω''
''Τώρα με φώτισες''
''Εσύ έχεις τίποτα κατά νου;''
''Θέλω ένα ταγεράκι γιατί σε δύο βδομάδες παντρεύεται ο ανιψιός μου''
''Ωραία, ξεκινάμε από εκεί''
αφού έβαλαν το αυτοκίνητο σε πάρκινγκ, άρχισαν το περπάτημα, βρέθηκαν στην εικοστή οδό, την καλύτερη για ψώνια, μπορούσες να βρεις ότι ήθελες εκεί, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, οι ώρες πέρασαν χωρίς να το καταλάβουν ώσπου πέρασαν μπροστά από το μεγάλο ρολόι της πόλης και είδαν ότι ήταν δώδεκα παρά τέταρτο
''Ωχ! Θα με σκοτώσει ο Νικ αν αργήσεις, πάμε γρήγορα στο αυτοκίνητο, ευτυχώς δεν είμαστε πολύ μακριά''
''Από που, από το αυτοκίνητο ή τον Νικ;''
''Από το πρώτο, αλλά και το γραφείο είναι σχετικά κοντά''
έφτασαν στο αυτοκίνητο, μπήκαν και σε ένα τέταρτο ήταν έξω από τα γραφεία του FBI
''Εδώ είμαστε, θα ανέβεις τα σκαλιά και θα πας στον τέταρτο όροφο, ρώτα και θα σου πουν που βρίσκεται''
''Σε ευχαριστώ Ρόζα μου, θα τα πούμε το πρωί, είσαι πολλή καλή''
''Δεν κάνει τίποτα, καλά να περάσετε. Α! Κέλι, να προσέχεις μόνο με την κυρία Τζόουνς, είναι ιδιαίτερη γυναίκα, με την πρώτη ματιά δεν θα την συμπαθήσεις αλλά προσπάθησε, θα καταλάβεις ότι στο βάθος είναι μια ψυχούλα''
''Θα προσέχω, και πάλι σε ευχαριστώ''
μπήκε στο κτίριο, ανέβηκε στον τέταρτο και ζήτησε τον Νικ, της έδειξαν την πόρτα, όμως όλοι την κοιτούσαν με περιέργεια γιατί ήξεραν ποια είναι, προχώρησε στον διάδρομο και χτύπησε την πόρτα, άκουσε την γνωστή φωνή του και μπήκε μέσα, ήταν μαζί με άλλους δύο, τους χαιρέτησε όλους
''Καλησπέρα σας''
''Καλώς την, Κέλι να σου συστήσω τον Αρχηγό μας, τον κύριο Άνταμσον και τον συνεργάτη μου, τον Τζίν, κύριοι από εδώ η κυρία Κέλι Μπίσοπ, ντετέκτιβ του τμήματος της Καλιφόρνια που σας έλεγα''
η Κέλι τους πλησίασε και έτεινε το χέρι της
''Χάρηκα πολύ και με τους δύο σας''
''Η χαρά είναι όλη δική μας, ο Νικ μας έχει πει για σένα τα μύρια όσια''
''Ελπίζω τουλάχιστον να ήταν καλά'' τους χαμογέλασε
''Τα καλύτερα που μπορεί να πει κάποιος για εσάς κυρία μου''
''Σας ευχαριστώ πολύ, θα ήθελα όμως να με φωνάζετε με το όνομά μου και στον ενικό, εάν δεν σας πειράζει''
''Καθόλου και εμείς θα προτιμούσαμε το ίδιο από εσάς, εεεε, συγγνώμη από εσένα''
''Κέλι, έλα να σου συστήσω και τους υπόλοιπους, μετά θα φύγουμε. Κύριοι, θα μας συγχωρήσετε''
πήγαν στην μεγάλη αίθουσα, τους φώναξε όλους, τους σύστησε και αφού έγιναν τα τυπικά την πήρε να φύγουν, στον δρόμο την ρώτησε πως της φάνηκαν οι συνάδελφοί του
''Ήταν όλοι καταπληκτικοί, δουλεύεις σε ένα πολύ όμορφο κλίμα''
''Το ξέρω, είμαι από τους τυχερούς''
''Πότε ξεκινάει η άδεια σου;''
''Από σήμερα, δυστυχώς για σένα''
έφτασαν στα προάστια και στην έπαυλη των γονιών του
''Νικ, δεν περίμενα ότι ήσουν τόσο πλούσιος, είδα μεν το σπίτι σου, όμως...''
''Όμως τι;''
''Δεν μου είπες κάτι, να ντυθώ ανάλογα''
''Μια χαρά είσαι, το κουστούμι σου είναι πολύ καλό''
''Μήπως έπρεπε να φορέσω κάτι πιο επίσημο''
''Δεν χρειάζεται, είμαστε απλοί άνθρωποι, απλώς η μαμά είναι διαφορετική''
''Δηλαδή;''
''Έχει τον χαρακτήρα των μεγάλων κυριών στην Νέα Υόρκη, μην την παρεξηγήσεις, μόλις σε γνωρίσει καλύτερα θα γίνει κανονικός άνθρωπος''
''Πιστεύω πως θα το αντέξω''
χτύπησαν το κουδούνι και τους άνοιξε η υπηρέτρια
''Κύριε Νικ, καλησπέρα σας, περάστε, σας περιμένουν στο σαλόνι. Να πάρω τα πράγματά σας;''
''Σε ευχαριστούμε Βαλένσια'' έδωσαν τα πανωφόρι τους και προχώρησαν στο σαλόνι, ήταν όλοι εκεί, οι γονείς του, η αδερφή του με τον άντρα και τα παιδιά και η θεία Έμιλυ, η αδερφή του μπαμπά του
''Καλησπέρα σε όλους''
''Νικ, ήρθες αγάπη μου. Έλα να σε φιλήσω''
τον αγκάλιασε και τον έσφιξε
''Έλα μαμά, χαλάρωσε, θα με σκάσεις'' έτρεξαν τα ανιψάκια του και έπεσαν στην αγκαλιά του
''Θείε, θείε, σε επιθυμήσαμε πολύ, που ήσουν τόσο καιρό;''
''Είχα δουλειές μωρά μου, τώρα όμως θα με δείτε να με χορτάσετε''
τους αγκάλιασε και τους φίλησε όλους, σύστησε την Κέλι
''Μαμά, μπαμπά, Ζιζέλ, Άντριαν, θεία και παιδιά από εδώ η Κέλι, Κέλι οι γονείς μου, Μπράιαν και Ζόι, η αδερφή μου Ζιζέλ, ο άντρας της Άντριαν, η θεία Έμιλυ και τα παιδιά Φράνκ και Λίζα''
''Καλώς ήρθες παιδί μου στο σπίτι μας, ελάτε να καθίσετε. Θα πάρετε κάτι;''
''Ένα μπράντι πρίνε το φαγητό είναι ότι πρέπει''
''Θα φωνάξω τώρα να έρθουν'' χτύπησε το καμπανάκι και η Βαλένσια ήρθε σαν σίφουνας
''Μάλιστα κυρία, τι θα θέλατε;''
''Δύο μπράντι και γρήγορα''
''Αμέσως''
''Λοιπόν, Κέλι, τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις;''
''Είμαι ντετέκτιβ σε ένα τμήμα της Καλιφόρνια''
''Ντετέκτιβ;''
''Ναι μαμά, ντετέκτιβ''
''Είναι δουλειά αυτή για γυναίκες;''
''Να συγχωρήσετε την αγένειά μου, άλλα κατάγομαι από οικογένεια αστυνομικών και δεν ήθελα να χαλάσω την παράδοση''
''Καθόλου αγένεια, απλά δεν θεωρώ τις γυναίκες για αυτές τις δουλειές, βρίσκεσαι συνέχεια στους δρόμους και δεν έχεις προσωπική ζωή, αυτό δεν πρέπει να το χάνει μια γυναίκα''
''Καταλαβαίνω τις απόψεις σας, όμως πλέον ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο είμαστε όλοι ίσοι και μπορούμε να κάνουμε τα πάντα ανεξαιρέτως αν είσαι γυναίκα ή άντρας''
''Έλα μαμά, μην αρχίζεις τώρα, ο καθένας έχει τις επιλογές του''
τους έφεραν τα ποτά τους
''Στην υγειά σας και καλώς σας βρήκαμε''
''Στην υγειά σας και καλώς μας ήρθατε''
κάθισαν περίπου μια ώρα και συζητούσανε ώσπου ήρθε η Βαλένσια και ανακοίνωσε ότι το φαγητό ήταν έτοιμο, προχώρησαν στην τραπεζαρία και σερβιρίστηκαν, όλα τα φαγητά ήταν προσεγμένα, για ορεκτικό υπήρχε κοτόσουπα, για πρώτο πιάτο φιλετάκια κοτόπουλου μαριναρισμένα, για κυρίως πιάτο χοιρινό μπούτι με πατάτες και τέλος, για γλυκό υπήρχε κέικ σοκολάτας.
''Μαμά, είσαι υπέροχη, σε ευχαριστούμε για αυτό το θαυμάσιο φαγητό''
''Δεν έκανα τίποτα παιδί μου, απλά πράγματα''
''Μόνο που πέρασε η ώρα και αφού έχουμε τελειώσει τον καφέ μας, θα πρέπει να σας αφήσουμε. Είμαι κουρασμένος, έτσι κι αλλιώς μεθαύριο φεύγουμε κρουαζιέρα και χρειάζεται να ετοιμαστούμε''
''Που θα πάτε ακόμα δεν ήρθατε;''
''Πήρα άδεια μετά από τόσα χρόνια, αποφάσισα ότι χρειάζομαι διακοπές''
''Όπως είναι καλύτερα για εσάς. Να σας συνοδεύσω ως την πόρτα''
τους έβγαλε μέχρι έξω, όταν όμως η Κέλι μπήκε στο αμάξι τον κράτησε λίγο
''Αγάπη μου, ξέρεις ότι δεν θέλω να μπλέκομαι στην ζωή σου, την συμπάθησα την κοπέλα, όμως δεν είναι του κύκλου μας, σε παρακαλώ να το κοιτάξεις''
''Μαμά, καλά κάνεις και δεν ανακατεύεσαι, η ζωή είναι δική μου και την κάνω ότι θέλω. Καληνύχτα, θα σε πάρω πριν φύγω ταξίδι. Χαιρέτησε τους υπόλοιπους και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο.
''Τι σου έλεγε;''
''Τίποτα μωρέ, τα δικά της, σαν μαμά''
''Νικ, δεν θέλω να σου δημιουργήσω κάποιο πρόβλημα''
''Σαν τι δηλαδή;''
''Να μαλώσεις με την οικογένεια σου''
''Αυτό μην σε φοβίζει, θα στρώσει. Άντε φτάσαμε, πάμε να κοιμηθούμε, αύριο θα ψάχνουμε σε πιο μέρος θα πάμε''
''Εντάξει, πάω να βάλω πιτζάμες, είμαι πτώμα''
ξάπλωσαν στο κρεβάτι μίλησαν για λίγο περί ανέμων και υδάτων
''Νικ, καληνύχτα''
''Καληνύχτα, μωρό μου!''

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Μόλις σηκώθηκαν έκαναν ένα μπανάκι, ήπιαν έναν καφέ και έφυγαν για το αεροδρόμιο, η πτήση τους αναχωρούσε στις δέκα, έφτασαν μια ώρα πριν, έκαναν έλεγχο στα εισιτήρια τους και όσο περίμεναν για να ανέβουν στο αεροπλάνο ψώνισαν κάποια πράγματα από τα μαγαζάκια, μόλις ανακοινώθηκε ότι η επιβίβαση ξεκινάει έκαναν έλεγχο αποσκευών και περίμεναν την σειρά τους για να τους βάλουν στις θέσεις τους.
Η πτήση κράτησε σαράντα πέντε λεπτά, όταν κατέβηκαν η Κέλι είχε ένα σφίξιμο στο στομάχι, αυτό το πάθαινε κάθε φορά που πετούσε, κάθισαν για λίγο στην καφετέρια για να ηρεμήσει, όταν ένιωσε καλύτερα πήγαν στην έξοδο για να βρουν ένα ταξί, ο Νικ έδωσε την διεύθυνση του, καθώς προχωρούσαν στους δρόμους της Νέας Υόρκης η Κέλι ένιωθε μια τρελή χαρά, είχε έρθει ξανά αλλά τώρα της φαινόταν όλα διαφορετικά, φαντάστηκε να περπατάει το βράδυ αγκαλιά με τον Νικ και αναστέναξε δυνατά
''Τι έγινε αγάπη μου, αισθάνεσαι καλά;''
''Μια χαρά, γιατί ρωτάς;''
''Επειδή αναστέναξες τόσο βαθιά και ανησύχησα''
''Όχι, μην αγχώνεσαι, απλά βλέποντας την διαδρομή, σκέφτηκα τι όμορφα που θα είναι μια βόλτα εδώ το βράδυ''
''Αυτό σου το υπόσχομαι ότι είναι πάρα πολύ ωραία, το βραδάκι θα σε βγάλω έξω και θα το δεις''
''Αλήθεια, που είναι επιτέλους το σπίτι σου;''
''Δύο τετράγωνα πιο κάτω, σε λίγο θα φανεί''
''Άντε να δω και το γούστο σου''
''Νομίζω ότι το γούστο μου το ξέρεις''
''Δεν εννοώ αυτό βρε χαζούλι''
''Άκου, το σπίτι μου μετά από τον θάνατο της γυναίκας και της κορούλας μου, δεν του έκανα και πολλές αλλαγές, έδωσα κάποια πράγματα γιατί μόνο στην θύμηση της δεν ήθελα να τα βλέπω, κατά τα άλλα η διακόσμηση είναι δικιά της''
''Λυπάμαι πολύ αγάπη μου''
''Μην σκας, το έχω ξεπεράσει πλέον και είμαι καλά, δεν φαίνεται άλλωστε;''
''Και βέβαια φαίνεται'' του είπε και του έδωσε ένα φιλί
''Ορίστε, να το, φτάσαμε''
''Ποιο; Αυτό το θηρίο;''
''Δεν είναι τόσο μεγάλο όσο φαίνεται''
''Πλάκα μου κάνεις τώρα; Το δικό μου μοιάζει καλύβα μπροστά σε αυτό''
''Έλα, μην μιλάς πολύ, κατέβα, να πάρουμε τις βαλίτσες και να σε ξεναγήσω στο παλάτι μου''
πράγματι το σπίτι ήταν σαν μικρό παλάτι, με το που πέρασαν την καγκελόπορτα η Κέλι κάθισε και χάζεψε τον κήπο, ήταν τεράστιος, παντού έβλεπες λουλούδια, τριαντάφυλλα, κρίνους, αζαλέες και κάθε λογής φυτό που μπορούσες να φανταστείς, μπαίνοντας στο σπίτι τους υποδέχτηκε μια γυναίκα
''Καλημέρα Ρόζα μου. Τι κάνεις, όλα καλά εδώ;'' πήγε και την αγκάλιασε
''Καλημέρα Νικ, πως πέρασες;''
''Ας πούμε ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν και χειρότερα. Να σου συστήσω από εδώ την Κέλι, φίλη, Κέλι από εδώ η Ρόζα η οικιακή μου βοηθός''
''Χάρηκα πολύ κυρία''
''Σε παρακαλώ να με φωνάζεις με το όνομά μου Ρόζα, για να τα πάμε καλά οι δύο μας''
''Όπως επιθυμείς, να σας φέρω κάτι να πιείτε; Για τις βαλίτσες θα φωνάξω τον Μαρκ.''
''΄Εναν καφέ θα το πίναμε και οι δύο''
''Έρχεται σε λίγο''
αφού έφυγε, η Κέλι άρχισε να προχωράει μέσα στο σπίτι, το πόσο όμορφο ήταν δεν μπορούσε να το περιγράψει, αφού ο Νικ την άφησε λίγο να περιτριγυρίσει της είπε
''Αυτός εδώ είναι ο διάδρομός μας, οι πίνακες που βλέπεις στα δεξιά σου είναι η συλλογή της γυναίκας μου, όλα είναι αυθεντικά έργα του Πικάσο, έλα από εδώ τώρα'' πέρασαν την πόρτα που βρισκόταν στα αριστερά της
''Εδώ είναι το σαλόνι''
''Νικ, είναι πολύ όμορφο''
''Αυτό είναι αλήθεια'' ήταν τεράστιο, υπήρχαν δύο σαλόνια, ένα μικρό δίπλα στο τζάκι και ένα άλλο, το μεγάλο, το οποίο απλωνόταν στο υπόλοιπο δωμάτιο και μπροστά στις πόρτες που έβλεπαν στον κήπο, η Κέλι τα έχασε, δεν μπορούσε να πει κουβέντα, τα έπιπλα ήταν σε πολύ μοντέρνο ρυθμό αλλά παράλληλα απέπνεαν και μια ανάσα παλιού καιρού, υπήρχαν και εδώ πίνακες, πάνω στο τζάκι είδε κάποιες φωτογραφίες, πλησίασε
''Μπορώ να τις δω;''
''Και το ρωτάς; Έλα να σου πω ποιοι είναι ποιοι''
έπιασε στα χέρια της μία,
''Πέτυχες διάνα κατευθείαν, αυτή είναι η γυναίκα μου η Ρέιτσελ, δίπλα στην άλλη κορνίζα είναι η κόρη μου η Μαρί'' όταν μίλησε για την κόρη του η φωνή του έγινε λίγο πιο σιγανή
''Ήταν όμορφες και οι δύο''
''Όπως το είπες, ήταν...''
''Αχ! Μωρό μου, καταλαβαίνω ότι σου είναι δύσκολο''
''Μην ρίχνουμε τώρα την ψυχολογία μας, η επόμενη είναι ο μπαμπάς μου και η μαμά μου, η αδερφή μου με τον άντρα της και τα παιδιά τους, εδώ εγώ στην αποφοίτηση μου από την σχολή''
''Δεν άλλαξες από τότε''
''Σχεδόν καθόλου, μόνο με κάποιες ρυτίδες την γλύτωσα, ευτυχώς'' γέλασαν και οι δύο
''Αχ! Αυτή είναι του γάμου σας, ε;''
''Ναι, μόλις είχε τελειώσει η τελετή''
καθώς μιλούσαν ήρθε η Ρόζα
''Έτοιμοι οι καφέδες σας, Κέλι πως τον πίνεις εσύ;''
''Σκέτο, ούτε γάλα''
''Σαν τον Νικ και εσύ, να δω πότε θα σας πιάσει το στομάχι σας, δεν φτάνει που είναι σκέτοι τους πίνετε και τον ένα μετά τον άλλο.''
''Εντάξει Ρόζα, σε ευχαριστώ πολύ, τι καλό θα μας ετοιμάσεις για μεσημέρι;''
''Ότι τραβάει η όρεξή σας''
''Μια μακαρονάδα από τα χεράκια σου, ξέρεις από εκείνη με τη καυτερή σάλτσα;''
''Εγώ νόμιζα ότι θα πεις κανένα παράξενο, το πιο εύκολο πράγμα ζητάς''
''Δεν θέλω να σε παιδέψω ακόμα δεν γύρισα''
''Κατά τις δύο είναι καλά να φάτε;''
''Ναι, είναι τέλεια'' η Ρόζα έφυγε και έμειναν πάλι μόνοι τους
''Θα μου δείξεις και το υπόλοιπο σπίτι;''
''Βεβαίως, να πιούμε όμως πρώτα τον καφέ μας'' μετά από μισή ώρα σηκώθηκαν, της έδειξε το γραφείο του, τι οποίο ήταν πολύ επιβλητικό
''Νικ, πως μπορείς και δουλεύεις σε τόσο μουντό γραφείο;''
''Εάν ήταν πιο χαρούμενο, δεν θα υπήρχε περίπτωση να λύσω τις υποθέσεις μου''
''Όλος ο τοίχος από πάνω μέχρι κάτω βιβλιοθήκη, ένα τεράστιο τζάκι και στη μέση το γραφείο σου, λίγο συνηθισμένο δεν είναι;''
''Αν δεν σου αρέσει μην μπαίνεις''
''Μην θυμώνεις, μια πλάκα σου έκανα''
''Πάμε στο δωμάτιο παιχνιδιών''
''Τι; Έχεις και τέτοιο;''
''Υπήρχε περίπτωση να μην έχω;''
όταν μπήκαν μέσα η Κέλι αντίκρισε ένα πανδαιμόνιο, ένα τραπέζι για επιτραπέζια, ένα για πινγκ-πονγκ, μπιλιάρδο και σε μια γωνία πιο πέρα υπήρχε ένας καναπές και ένα σύνθετο το οποίο πάνω είχε κάθε λογής ηλεκτρονικό παιχνίδι, playstation, xbox και πολλά άλλα
''Αυτός είναι ο παράδεισός μου, ειδικά το βράδυ''
''Δεν είσαι καλά εσύ''
''Γιατί; Όλοι κρύβουμε ένα παιδί μέσα μας, το θέμα είναι πως θα το βγάλει ο καθένας έξω, εγώ ανακάλυψα αυτόν τον τρόπο. Τώρα μας μένει η τελευταία μας στάση που είναι τα δωμάτια στον πάνω όροφο''
''Άντε πάμε να τα δούμε και αυτά, γιατί ειλικρινά άρχισα να κουράζομαι με τόσο περπάτημα''
ανέβηκαν την μεγάλη εσωτερική σκάλα και εκεί η Κέλι βρήκε μια μεγάλη έκπληξη, ο όροφος χωριζόταν σε δύο πτέρυγες, στην αριστερή υπήρχαν τα δωμάτια των ξένων και στην δεξιά η κρεβατοκάμαρα του Νικ και άλλα δύο δωμάτια τα οποία προοριζόταν όπως της είπε για τα παιδιά, στη μέση υπήρχε ένα άγαλμα και από δίπλα ένα τζάκι και δύο καρεκλοπολυθρόνες, της έδειξε τα δωμάτια ένα ένα, όλα είχαν το δικό τους μπάνιο, ένα γραφειάκι με υπολογιστή επάνω και μικρό σαλονάκι, όταν πήγαν στο παιδικό δωμάτιο ήταν σαν να έμενε κάποιο παιδί εκεί
''Δεν το πείραξα καθόλου, δεν ήθελα να φύγει η θύμηση της από εδώ μέσα και δεν θέλω να το αλλάξω, θα μείνει όπως το άφησε η μικρή ότι και αν γίνει''
''Εντάξει μωρό μου μην σε ανησυχεί αυτό, κανένας δεν θα το πειράξει, πάμε στο δωμάτιό σου;''
''Ακολούθησε με'' όταν άνοιξε την πόρτα είδε ένα φωτισμένο από τον ήλιο δωμάτιο που της άρεσε πιο πολύ από τα άλλα, το κρεβάτι ήταν υπέρδιπλο και τόσο μαλακό, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τον κήπο από κάτω, ήταν τέλεια
''Νικ, δεν παίζεσαι με τίποτα'' τον αγκάλιασε και τον φίλησε με πολλή αγάπη, το μπάνιο και η ντουλάπα ήταν ολόκληρα δωμάτια από μόνα τους, ξαφνικά χτύπησε το εσωτερικό τηλέφωνο
''Πες μου Ρόζα''
''Νικ, είναι δύο, δεν θα κατέβετε για φαγητό;''
''Πότε πήγε; Δεν το καταλάβαμε, ερχόμαστε τώρα. Άντε κοπελιά, πάμε να φάμε''
κατέβηκαν στην τραπεζαρία, το μεσημεριανό τους περίμενε, μαζί και η Ρόζα,
''Θα θέλατε κάτι άλλο;''
''Ναι Ρόζα, να φας μαζί μας, πάντα τρώμε μαζί, τώρα θα το χαλάσουμε;''
''Μα η Κέλι δεν το ξέρει αυτό και ίσως δεν θέλει''
''Σοβαρά μιλάς; Πάρε ένα πιάτο και έλα''
''Πολύ καλά, θα σας κάνω παρέα'' μέχρι να πάει στην κουζίνα και να έρθει η Κέλι είχε σερβίρει και την περίμενε, πήρε το πιάτο της το γέμισε και κάθισαν όλοι μαζί συζητώντας, μόλις τελείωσαν ήπιαν ακόμα έναν καφέ και πήγαν να ξαπλώσουν, ο Νικ είπε στην Ρόζα να τους ξυπνήσει κατά τις έξι, ανέβηκαν επάνω, μπήκαν και οι δύο στην μπανιέρα, έκαναν μπάνιο ο ένας στον άλλο και έρωτα με πάθος τρελό, ξάπλωσαν στο κρεβάτι κατά τις τέσσερις και μισή, πότε πήγε έξι δεν το κατάλαβαν, αφού σηκώθηκαν είπαν στην Ρόζα να φέρει καφέ στο δωμάτιο παιχνιδιών, έκατσαν με τις ώρες, έπαιξαν όλα τα παιχνίδια που υπήρχαν, σε κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο, το σήκωσε ο Νικ
''Παρακαλώ;''
''Γεια σου αγόρι μου. Τι κάνεις, πότε γύρισες;''
''Γεια σου μαμά, σε ξέχασα, συγγνώμη''
''Ευτυχώς που πήρα τη Ρόζα για να δω τι κάνει και μου το είπε, γιατί από εσένα δεν το περιμένω''
''Γίνεσαι κακιά τώρα, θα σε έπαιρνα για να πάμε αύριο το μεσημέρι για φαγητό''
''Γιατί δεν έρχεσαι από το σπίτι;''
''Ξέρεις μαμά, έχω και παρέα μαζί μου''
''Φέρε την μαζί παιδί μου, τι έγινε;''
''Καλά, μόλις τελειώσω από την υπηρεσία θα έρθουμε, φιλιά πολλά, τα λέμε αύριο''
''Η μαμά σου ήταν;''
''Ναι, αύριο το μεσημέρι θα φάμε στο σπίτι τους''
''Κανένα πρόβλημα''
''Πάμε να ντυθούμε να βγούμε μια βόλτα''
''Τι να βάλω; Που θα πάμε;''
''Κάτι τελείως απλό, σήμερα θα περπατήσουμε για αρχή και μετά θα δούμε''
''Ότι πείτε αφεντικό, τρέχω''
σε μισή ώρα ήταν και οι δύο στην πόρτα
''Ρόζα μου μπορείς να φύγεις, για σήμερα δεν σε θέλω άλλο, θα σε δούμε το πρωί''
μπήκαν στο αυτοκίνητο του Νικ, ένα cryshler κάμπριο, το άφησε στο κέντρο και άρχισαν να περπατάνε, μπήκαν σε ένα εμπορικό και έκαναν βόλτες, πήγαν στο πάρκο, περπατούσαν για αρκετές ώρες, κάποια στιγμή βρήκαν έναν πάγκο με hot dogs, πήραν από δύο ο καθένας και έκατσαν σε ένα παγκάκι, μετά μπήκαν σε μια πάμπ, παρήγγειλαν ένα ποτάκι, διασκέδασαν πάρα πολύ, όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι, δεν ήθελαν αλλά έπρεπε γιατί ο Νικ είχε δουλειά αύριο
''Εγώ τι θα κάνω το πρωί;''
''Θα ξυπνήσεις ότι ώρα θέλεις και μπορείς να βγεις για ψώνια, πάρε μαζί και την Ρόζα για να σε βοηθήσει''
''Καλά, θα το αντέξω το πρωί μακριά σου''
''Πέσε κοιμήσου τώρα γιατί είμαι πτώμα και θα τα πούμε το πρωί''
''Καληνύχτα, κακέ άνθρωπε''
''Καληνύχτα αγάπη μου''
Έτσι τελείωσε και η σημερινή μέρα για τη Κέλι και τον Νικ, τους αποχαιρέτησε με ένα χαμόγελο στα χείλι.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Πέρασε μια ολόκληρη μέρα μέχρι επιτέλους να ανοίξει τα μάτια της, μόλις το έκανε δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα που βρισκόταν, γύρισε το κεφάλι της και είδε τον Νικ, καθόταν σε μια πολυθρόνα με μια κουβέρτα στα πόδια του και κοιμόταν, πήγε να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερε, ο Νικ την άκουσε και έτρεξε κοντά της
''Επιτέλους μωρό μου, ξύπνησες''
''Νικ, τι έγινε; Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Πόσες ώρες κοιμάμαι;''
''Τι θυμάσαι;''
''Θυμάμαι τον Μπερκ, τον Γκριν, την Τζίλ στην αποθήκη, παλεύαμε, μόλις κατάφερα να ελευθερώσω την Τζίλ, έτρεξα για τον Μπερκ, με χτύπησαν, μετά όλα είναι μπερδεμένα, μου έρχονται στιγμές στο μυαλό αλλά δεν μπορώ να τις βάλω σε σειρά''
''Λοιπόν, θα σου πω αμέσως τώρα τι έγινε, πρώτον, η εγχείρηση σου δεν κράτησε πολύ, μόνο μια ώρα, δεύτερον, μετά την εγχείρηση κοιμάσαι συνέχεια, δηλαδή μια ολόκληρη ημέρα και τρίτον, θέλεις να σου πω τώρα την συνέχεια της αποθήκης ή θέλεις να ηρεμήσεις πρώτα και να φωνάξω τους γονείς σου που ανησυχούν;''
''Φωνάξατε τους γονείς μου; Πάτε καλά, τους ανησυχήσατε χωρίς λόγω;''
''Όχι βρε αγάπη μου και χωρίς λόγω, ο Αρχηγός επέμενε γιατί αν δεν ειδοποιούσε τον μπαμπά σου, θα τον σκότωνε επιτόπου αν το μάθαινε από αλλού''
''Που είναι τώρα;''
''Πήγαν κάτω στην καφετέρια να πιούν έναν καφέ, πάω να τους φωνάξω''
''Δεν θα μου πεις την συνέχεια;''
''Ας έρθουν να σε δουν πρώτα και μετά σου τα λέω όλα''
Βγήκε από το δωμάτιο και είπε στην νοσοκόμα να τους ειδοποιήσει να ανέβουν, παράλληλα φώναξαν και τον γιατρό για να την δει
''Κέλι μου, αγάπη μου, μωράκι μου, ψυχή μου, είσαι καλά, πως νιώθεις;''
''Τώρα είμαι εντάξει μαμά. Είδες γιατί σου φώναξα όταν μου είπες ότι ήρθαν; Μπαμπά μου, έλα να σε αγκαλιάσω και μην ανησυχείτε για εμένα, θα βγω σε κανά δύο μέρες και μετά όλα θα έρθουν στην κανονική τους ροή''
''Κέλι, μπορείς να μην είσαι τόσο απερίσκεπτη σε καταστάσεις όπως η χθεσινή; Θα μπορούσες τώρα να μην βρίσκεσαι σε αυτό το κρεβάτι αλλά σε ένα ψυγείο''
''Μπαμπά, κάτσε φρόνιμα, ότι και να ήταν κινδύνευε η φίλη μου, δεν μπορούσα να κάτσω με σταυρωμένα χέρια''
''Ας έπαιρνες ένα τηλέφωνο στο τμήμα να έλεγες που πας, να έρθουν τουλάχιστον από πίσω σου ο Άρνι και άλλοι αστυνομικοί.''
''Ηρέμησε τώρα, τέλος καλό όλα καλά, δεν λένε;''
''Να τα βράσω τα καλά. Έχουμε τον αδερφό σου που δεν έχει δώσει σημεία ζωής εδώ και μια βδομάδα, έχουμε και εσένα από πάνω. Για συμμορφωθείτε και οι δύο γιατί θα αρχίσω να θυμώνω''
''Ωραία μπαμπά, θα είμαστε τα καλύτερα παιδιά από εδώ και πέρα, σου το υπόσχομαι. Αλήθεια γιατί ο μικρός δεν πήρε τηλέφωνο;''
''Που θες να ξέρω; Αυτό το ξερό του το κεφάλι, θα τον φέρει καμιά μέρα σε άσχημη θέση''
''Μόλις βγω από εδώ, θα τον ψάξω''
''Κέλι, θέλω να σου πω κάτι''
''Τι είναι Νικ;''
''Όταν βγεις από εδώ...''
''Ναι...''
''Ο αρχηγός σου έχει κανονίσει έναν μήνα άδεια, μαζεύεις τα πράγματά σου και φεύγουμε Νέα Υόρκη για αρχή, μια μέρα μόνο θα πάω στην Υπηρεσία και μετά πάμε διακοπές, μετά από τέσσερα χρόνια συνεχόμενης δουλειάς αποφάσισα να πάω και εγώ λίγες διακοπές''
''Νικ, καλά αυτά που λες, αλλά τι θα γίνει με την υπόθεσή, την αναφορά ποιος θα την κάνει;''
''Τακτοποιήθηκε και αυτό, ο Άρνι την ξέρει απ' έξω και ανακατωτά, θα τα κάνει αυτός, θα σου την στείλει όπου είμαστε, θα της βάλεις υπογραφή και τελειώσαμε''
Εκείνη την στιγμή ήρθε ο γιατρός
''Καλησπέρα σας, πολυκοσμία εδώ μέσα για βράδυ, πως είναι η ασθενής μας;''
''Για ποια μιλάει; Εγώ δεν είμαι ασθενής, απλά είχα μια ατυχία και χρειάστηκε να με φιλοξενήσετε σε αυτό το ωραίο δωμάτιο.''
''Κέλιιιιιιιιιιιιιι'' βροντοφώναξαν και οι τρεις μαζί
''Καλά, καλά, μια πλάκα δεν μπορώ να κάνω;''
''Καταλαβαίνω ότι συνήλθατε δεσποινίς Μπίσοπ, μόνο χρειάζεται να σας εξετάσω για πέντε λεπτά''
''Δεν λέω όχι να με εξετάσετε, αλλά θέλω να μου πείτε επίσης πότε θα φύγω. Αύριο είναι καλά;''
''Θα δούμε πως θα εξελιχθεί η νύχτα πρώτα''
''ΟΥΦ!!!! Καλά''
''Εμείς πάμε έξω, όταν τελειώσετε μας φωνάζετε''
Ο Νικ πήρε τηλέφωνο την Τζίλ, ευτυχώς είχε συνέλθει από το σοκ
''Παρακαλώ''
''Τζίλ, Νικ εδώ''
''Περίμενα τηλέφωνο σου, τι έγινε, είναι καλά;''
''Καλύτερα δεν γίνεται, ξύπνησε και άρχισε να μας πειράζει όλους έναν έναν''
''Η αιώνια καλή Κέλι, θα έρθουμε αύριο πρωί πρωί με την Πάϊπερ, θα της το πω εγώ''
''Ευχαριστώ, τα λέμε αύριο, καληνύχτα''
''Καληνύχτα Νικ''
Γύρισε ξανά αλλά ο γιατρός ακόμα δεν είχε τελειώσει, χαζολόγησαν οι τρεις τους ώσπου βγήκε
''Γιατρέ, θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση''
''Παρακαλώ, πείτε μου''
''Όταν ξύπνησε θυμόταν αρκετά πράγματα, όμως μετά που δέχτηκε το χτύπημα δεν θυμάται και πολλά, της έρχονται κάποιες στιγμές στο μυαλό αλλά όπως είπε δεν μπορεί να τις βάλει στην σωστή σειρά''
''Αυτό είναι μετατραυματικό σοκ, σε λίγες μέρες θα τα θυμηθεί όλα και θα τα βάλει σε σειρά, ξέρετε, σε κάποιους ανθρώπους το μυαλό τους κρύβει τα πιο σημαντικά γεγονότα μιας δύσκολης κατάστασης, για τον λόγω και μόνο γιατί αυτό το περιστατικό μπορεί και να τους στοιχήσει την ζωή''
''Σας ευχαριστώ πολύ, θα σας δούμε ξανά αύριο;''
''Βεβαίως, θα είμαι εδώ μέχρι αύριο το μεσημέρι. Σας καληνυχτώ''
''Καληνύχτα και σας ευχαριστούμε ξανά''
Μπήκαν μέσα στο δωμάτιο και κάθισαν δίπλα στην Κέλι
''Λοιπόν, σηκωθείτε τώρα όλοι να πάτε στο σπίτι να ξεκουραστείτε, εγώ είμαι μια χαρά''
''Δεν είσαι καλά κορίτσι μου, θα κάτσουμε εδώ, δεν σε αφήνουμε''
''Μαμά, μπαμπά, είπα τώρα θα σηκωθείτε''
''Μην μου υψώνεις εμένα την φωνή, δεν σου τις έβρεξα μικρή θα σου τις βρέξω τώρα''
''Θα κάνουμε μια συμφωνία''
''Τι είναι πάλι, εσύ δεν έπρεπε να γίνεις αστυνομικός, πολιτικός έπρεπε''
''Μπαμπά, άσε τις γκρίνιες. Θα μείνει ο Νικ μαζί μου αν το θέλει, εσείς όμως θα πάρετε τα κλειδιά μου και θα πάτε στο σπίτι, αύριο το πρωί μου έρχεστε ξανά. ΟΚ;''
''Θα αναγκάσεις τον άνθρωπο να μείνει μαζί σου, δουλειά δεν έχει; Δεν φτάνει που έμεινε εδώ από χθες, τον θες και σήμερα;''
''Εγώ θα έμενα έκανε δεν έκανε χειρονομία να το πει, ελάτε να σας κατεβάσω μέχρι το αυτοκίνητο''
Η Κέλι τους καληνύχτισε και τους είπε ότι θα τους περιμένει αύριο, μετά από ένα τέταρτο γύρισε ο Νικ, κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και τις εξήγησε τι έγινε χθες το βράδυ με κάθε λεπτομέρεια, δεν κατάλαβαν πότε πήγε δύο η ώρα, αποκοιμήθηκαν εκεί, στο κρεβάτι του νοσοκομείου.
Το πρωί τους ξύπνησε η νοσοκόμα που ήρθε να δει την Κέλι, είδε την πίεση της, αν είχε πυρετό και μετά της έφερε πρωινό, ο Νικ πήγε στην καφετέρια για να πιει έναν καφέ, κάθισε για λίγο άναψε ένα τσιγάρο και είδε την Τζίλ, την Πάϊπερ, τον Ρότζερ και την Τζέμα να έρχονται, αφού ήπιαν τον καφέ τους αποφάσισαν να ανέβουν πάνω, ήρθαν ο Αρχηγός με τον πατέρα της Κέλι, από πίσω ακολουθούσαν ο Άρνι και η μαμά της, πήραν το ασανσέρ και μπήκαν στο δωμάτιο, ο γιατρός ήταν μέσα και τους εξήγησε ότι μπορούσε να φύγει το μεσημέρι, αφού πρώτα της έκαναν μια μαγνητική.
Μιλούσαν για αρκετή ώρα και γελούσαν, ξαφνικά χτύπησε το κινητό της Κέλι, απάντησε ο Νικ
''Παρακαλώ''
''Καλημέρα, θα ήθελα να μιλήσω στην Κέλι''
''Ποιος την ζητεί παρακαλώ;''
''Εσύ ποιος είσαι που σηκώνεις το τηλέφωνο; Η Κέλι δεν το αποχωρίζεται ποτέ''
''Είμαι ένας συνεργάτης, εσείς θα μου πείτε ποιος είστε;''
''Ο αδερφός της, θα μου την δώσετε τώρα;''
''Βεβαίως, μισό λεπτάκι. Κέλι, είναι ο αδερφός σου''
''Γκρεμίστηκε κανένας φούρνος για να με παίρνεις εσύ τηλέφωνο;''
''Έλα Κέλι, άσε τα χαζά, πήρα στο τμήμα γιατί ήθελα να δω τι κάνεις, μου είπαν τι έγινε και σε πήρα, παίρνω την πρώτη πτήση που υπάρχει από Λονδίνο και έρχομαι''
''Δεν χρειάζεται, βγαίνω σήμερα, δεν είναι ανάγκη για να γυρίσεις μόνο για αυτό''
''Μα δεν έρχομαι μόνο για αυτό, πήρα μετάθεση και έρχομαι για πάντα στην πατρίδα''
''Σοβαρά μιλάς τώρα;''
''Πιο σοβαρά δεν γίνεται''
''Αχ! Αδερφούλη μου, χαίρομαι για εσένα''
''Θα έρθω με παρέα, να ξέρεις να προετοιμάσεις έδαφος''
''Καλά, ότι διατάξετε στρατηγέ μου, σου δίνω την μαμά, να τις τα πεις''
Της έδωσε το τηλέφωνο και εξήγησε στους άλλους τι έγινε, χάρηκαν όλοι πολύ για αυτήν την επιστροφή.
Ήρθε το μεσημέρι και ήταν έτοιμοι να φύγουν, περίμεναν το εξιτήριο, μόλις το πήραν πήγαν κάτω, μπήκαν στο αμάξι της Κέλι και ξεκίνησαν για το σπίτι.
Όταν μπήκαν μέσα ήταν σκοτεινά, πήγε να ανάψει το φως και τότε είδε όλο το τμήμα και όλους τους φίλους της να την περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες, έκαναν ένα μικρό πάρτι και μετά από περίπου ένα τρίωρο άδειασε όλο το σπίτι, το χάρηκε πολύ γιατί κατάλαβε ότι έχει πολλά άτομα που την αγαπάνε.
Αφού συμμάζεψαν τα κορίτσια ετοιμάστηκαν να φύγουν, τους ευχήθηκαν καλό ταξίδι, γιατί την επόμενη ξεκινούσαν τις διακοπές τους και έφυγαν, το ίδιο και οι γονείς της.
Έμειναν επιτέλους μόνοι, η Κέλι είχε πει στην μαμά της για τον Νικ και εκείνη το χάρηκε πολύ, μάλιστα όταν ήταν στην πόρτα τον πήρε λίγο πιο μακριά και τον έβαλε να της υποσχεθεί ότι θα την προσέχει σαν τα μάτια του, έβαλαν τις πιτζάμες τους και ξάπλωσαν, βασικά ο ύπνος τους πήρε προτού ακουμπήσουν το κεφάλι τους στο μαξιλάρι.
Η μέρα αποχαιρέτησε την νύχτα με τον έντονο ήλιο της να φέγγει με μεγάλη δύναμη.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Η Τζίλ ετοιμαζόταν να φύγει στη δουλειά όταν ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι της πόρτας, άνοιξε και είδε έναν κύριο με στολή μιας εταιρίας γκαζιού
‘’Παρακαλώ, τι θα θέλατε;’’
‘’Καλημέρα σας κυρία μου, είχαμε μια αίτηση σήμερα το πρωί για υποψία διαρροής γκαζιού, θα μπορούσα να ρίξω μια ματιά στις εγκαταστάσεις σας;’’
‘’Δεν νομίζω να υπάρχει κάποιο πρόβλημα, αλλά τι να σας πω, περάστε’’ άνοιξε περισσότερο την πόρτα για να μπει μέσα ο εργάτης, αυτός την ακολούθησε μέχρι το υπόγειο
‘’Ορίστε εδώ πέρα είναι, κάντε την δουλειά σας, εγώ θα είμαι επάνω’’
‘’Σας ευχαριστώ πολύ, δεν θα αργήσω’’
‘’Με την ησυχία σας’’ η Τζίλ ανέβηκε και τον περίμενε στην κουζίνα μέχρι να τελειώσει, μετά από ένα τέταρτο ήρθε και αυτός
‘’Εντάξει, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με το δικό σας, θα πρέπει να ελέγξω και την υπόλοιπη γειτονιά’’
‘’Πολύ χαίρομαι για αυτό. Να σας συνοδέψω μέχρι την πόρτα;’’
‘’Μην σας ξεβολεύω θα φύγω μόνος μου’’
‘’Κανένας κόπος’’ μόλις έφτασαν στην πόρτα ο άντρας σταμάτησε
‘’Θα με συγχωρήσετε αλλά νομίζω ότι ξέχασα τον φακό μου, θα πάω να τον φέρω’’
‘’Τώρα ξέρετε τον δρόμο, πηγαίνετε, σας περιμένω εδώ.’’ ο άντρας κατέβηκε μέχρι την σκάλα έβγαλε από την τσέπη του ένα πανί και ένα μπουκαλάκι, το κατέβρεξε και πήγε αθόρυβα πίσω από την Τζίλ, δεν τον κατάλαβε, αυτός την έπιασε γρήγορα και της έβαλε το πανί στο πρόσωπο, κάλυψε την μύτη και το στόμα της, δεν πρόλαβε να αντιδράσει, κατέρρευσε στην αγκαλιά του, ο άντρας άρχισε να γελάει τόσο σατανικά που αν τον άκουγε κάποιος θα έπαιρνε τα πόδια του στα χέρια και θα έφευγε.
Εκείνη την ώρα ο Χανς ήταν στην πόρτα, ο άντρας άφησε κάτω την Τζίλ άνοιξε και πριν προλάβει να μιλήσει τον χτύπησε με ένα ηλεκτροφόρο όπλο που είχε στα χέρια του, έπεσε και αυτός χωρίς να καταλάβει τι έγινε.

--------------------------------------

Η Κέλι είχε πάρει τον δρόμο για το τμήμα, την περίμενε ο Άρνι και ο άντρας των ειδικών δυνάμεων, είχε αργήσει, έπρεπε σε ένα τέταρτο να είναι στο τμήμα και να φύγουν αμέσως.
Νωρίτερα είχε μιλήσει με τον Τζεφ και της είχε πει ότι δεν φάνηκε κανένας. Ο Νικ είχε φύγει από νωρίς για την Νέα Υόρκη, της είχε υποσχεθεί πως όταν έφτανε θα την έπαιρνε τηλέφωνο, όμως δεν το είχε κάνει. Έφτασε στο τμήμα, ο Άρνι καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, μόλις την είδε, ανακουφίστηκε
‘’Που είσαι, τρόμαξα, νόμιζα πως έπαθες κάτι’’
‘’Σαν τι να πάθω δηλαδή; Μια χαρά είμαι απλά με πλάκωσε το πάπλωμα’’
‘’Αμάν βρε Κέλι, σε πλάκωσε τώρα, την πιο κρίσιμη στιγμή της υπόθεσης; Ο Νικ που είναι;’’
‘’Πέταξε το πρωί για Νέα Υόρκη, έχουν επίσκεψη από τον Πρόεδρο και δεν μπορούσε να μην βρίσκεται εκεί’’
‘’Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα’’
‘’Έλα τώρα Άρνι, δεν είναι η πρώτη φορά που κάνουμε επιχείρηση χωρίς το FBI, θα ήταν καλύτερα βέβαια να ήταν εδώ αλλά τι να κάνουμε, ανώτερες δυνάμεις’’
‘’Καλά, καλά, άντε να ξεκινήσουμε’’
Μπήκαν στο περιπολικό και ξεκίνησαν, έφτασαν στον προορισμό τους και έψαξαν να βρουν τον Τζεφ, αυτός όμως ήταν άφαντος, η Κέλι τον πήρε τηλέφωνο, ήταν κλειστό, παραξενεύτηκε, πάρκαραν σε μια γωνία και ετοιμάστηκαν να εισβάλουν στο κτίριο, με το που πάτησαν το πόδι τους στην πόρτα είδαν σταγόνες αίμα σε όλο το πάτωμα, σχημάτιζαν μια ολόκληρη γραμμή, τις ακολούθησαν και τους οδήγησαν μέσα σε ένα δωμάτιο, το οποίο όπως φαινόταν παλιότερα ήταν γραφείο, εκεί πίσω από ένα τραπέζι βρισκόταν ένας άντρας πεσμένος στο πάτωμα, η Κέλι έτρεξε και είδε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο με ένα πιστόλι στο χέρι, έψαξε στις τσέπες του και βρήκε την ταυτότητά του, ήταν ο Τζεφ. Ο Άρνι από πίσω της τα έχασε, άρπαξε το τηλέφωνό του και σχημάτισε τον αριθμό του τμήματος
‘’Αστυνομικό τμήμα πέντε της Καλιφόρνια, πως μπορώ να βοηθήσω;’’
‘’Κιμ, Άρνι εδώ, φώναξε αμέσως να έρθει στις παλιές αποθήκες του Μάρτιν ιατροδικαστής και η σήμανση, έχουμε έναν φόνο εδώ.’’
‘’Έρχονται αμέσως’’
‘’Δεν μπορώ να το πιστέψω, τι έγινε εδώ; Ο Νικ μου είπε ότι δεν θα τον ανακάλυπτε κανένας, πως έκανα τέτοιο λάθος; Δεν έπρεπε να τον αφήσω’’
‘’Έλα Κέλι, δεν είναι δικό σου το λάθος, ο Νικ του είχε εμπιστοσύνη γιατί τον ήξερε και πίστευε ότι δεν υπάρχει καλύτερος από αυτόν, να όμως που τυχαίνουν και τέτοιες καταστάσεις, μην κατηγορείς τον εαυτό σου’’
‘’Ήξερα ότι ο Μπερκ ήταν ύπουλος, δεν έπρεπε να το αφήσω να γίνει’’
‘’Τώρα μας καίει η συνέχεια, απ’ ότι είδε ο Κρίστιαν δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο για μας εδώ πέρα, άρα περιμένουμε την σήμανση και τον ιατροδικαστή, μετά βλέπουμε τι θα κάνουμε.’’
‘’Θα πάρω τον Νικ ένα τηλέφωνο να του πω τι έγινε, θα στεναχωρηθεί πολύ, έτσι είναι καλύτερα να το μάθει από εμένα’’ πήρε τον αριθμό, ο Νικ το σήκωσε μόλις η Κέλι πήγαινε να το κλείσει
‘’Τι θέλεις Κέλι, δεν σου είπα θα σε πάρω εγώ; Μίλα γρήγορα’’
‘’Θέλω να σου πω για τον Τζεφ’’
‘’Δεν προλαβαίνω τώρα, θα σε πάρω εγώ αργότερα, φιλιά, Γεια’’
‘’Ωραία, εγώ θέλω να του μιλήσω σοβαρά και αυτός μου το κλείνει’’ καθώς μιλούσε άκουσε σειρήνες να έρχονται
‘’Γρήγορα ήρθαν, τι έπαθαν, μύγα τους τσίμπησε;’’
‘’Μπορεί να μην είχαν επισκέπτες σήμερα’’ γέλασε ο Άρνι, πάντα κορόιδευαν τους ιατροδικαστές γιατί όταν τους περίμεναν αυτοί πάντα αργούσαν
‘’Κέλιιιι, Άρνιιιι, που είσαστε;’’
‘’ΩΧ! Να γιατί ήρθαν γρήγορα, είναι και ο Αρχηγός μαζί τους.’’ είπε ο Άρνι ‘’Από εδώ, ελάτε’’ πλησίασαν, ο ιατροδικαστής ζήτησε να δει το πτώμα, του το έδειξαν και άρχισε να το εξετάζει, μετά από λίγο τους είπε
‘’Μόνο λίγα πράγματα θα σας πω τώρα, αργότερα θα περάσετε από το νεκροτομείο να σας πληροφορήσω λεπτομερώς. Λοιπόν, έχουμε έναν άντρα γύρω στα 62, 80 κιλά, 1,85 ύψος, η ώρα θανάτου βάση της ακαμψίας και της θερμοκρασίας του σώματος είναι περίπου πριν δυόμιση ώρες, το όπλο ήταν σαρανταπεντάρι αν κρίνω από την οπή της σφαίρας. Αυτά, τον μαζεύουμε και τα λέμε αργότερα’’
‘’Σ’ ευχαριστώ πολύ Κομπς, θα έρθω εγώ’’
‘’Γεια σου Κέλι, θα σε περιμένω’’
‘’Για πείτε μου τώρα, αφού τα κάνατε σκατά όπως το είχα αναφέρει, τι θα κάνετε; Που θα καταλήξουμε; Στο είχα πει Κέλι ότι δεν ήταν καλή ιδέα’’
‘’Αφεντικό δεν φταίγαμε εμείς, το σχέδιο ήταν καλό, απλά δεν ήμασταν τόσο προετοιμασμένοι όσο θα έπρεπε και έτσι την πάθαμε’’
‘’Να δούμε τι θα πάθουμε τώρα όλοι μαζί από το FBI’’
‘’Μην ξεχνάς τον Νικ, θα αναλάβει την ευθύνη και δεν θα γίνει τίποτα’’
‘’Έτσι λες εσύ, αυτοί του FBI δεν είναι έτσι, μόλις πάει μια υπόθεση στραβά τα ρίχνουν όλα σε εμάς’’
‘’Όχι ο Νικ, θα το δεις μόλις γυρίσει’’
‘’Μαζευτείτε να πάμε στο τμήμα, έχουμε δουλειά’’
Όταν μπήκαν στο γραφείο η Κέλι πήρε τηλέφωνο τα κορίτσια, βρήκε την Τζέμα και την Πάϊπερ, όχι όμως την Τζίλ, σε κάθε μια υπήρχε και ένας αστυνομικός μαζί της, έψαξε να βρει τον Χάνς, αυτόν που θα ήταν με την Τζίλ, δεν της απαντούσε όμως, τα παράτησε και ανέβηκε στον αρχηγό.
Κάθισαν με τις ώρες να βρουν μια λύση για την επόμενη κίνηση του Μπερκ, προσπαθούσαν να καταλάβουν γιατί δεν είχε πάρει ακόμα τηλέφωνο, τι μπορεί να σκεφτόταν, συγχρόνως η Κέλι ανησυχούσε για την Τζίλ, δεν μπορούσε να την βρει πουθενά.
Έφτασε το βράδυ και αποφάσισαν να φύγουν για τα σπίτια τους, η υπόθεση ήθελε καθαρό μυαλό και αυτή την στιγμή δεν είχαν. Ο ιατροδικαστής τους είπε πως τα αποτελέσματα θα τα έχει το πρωί, γιατί του έπεσε αρκετή δουλειά και δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Η Κέλι μπήκε στο σπίτι, είχε σταματήσει να πάρει χάμπουργκερ για να φάει γιατί ήταν νηστική ολόκληρη την ημέρα, δεν πρόσεξε έναν φάκελο που ήταν αφημένος πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, έβαλε το φαγητό σε έναν δίσκο και τον πήρε στον καναπέ, μόλις έκατσε τον πρόσεξε, δεν μπορεί να τον άφησα εγώ, σκέφτηκε, τον σήκωσε και τον άνοιξε με τρεμάμενα χέρια, μέσα είχε ένα DVD, το έβαλε να παίξει, ήταν ο Μπερκ μπροστά στην κάμερα και από πίσω του διέκρινε δύο άτομα, το ένα ήταν ο Χανς, απ’ ότι κατάλαβε ήταν νεκρός, ο Μπερκ ξεκίνησε να μιλάει
‘’Ντετέκτιβ, δεν άκουσες την συμβουλή μου και έκανες του κεφαλιού σου, τώρα η κοπέλα που έχω πίσω μου θα καταλήξει σαν τον κύριο που είναι στο πάτωμα’’ έκανε πιο δίπλα και η Κέλι είδε την Τζίλ δεμένη σε μια καρέκλα, στην αρχή δεν κατάλαβε το μέρος αλλά όταν κοίταξε καλύτερα συνειδητοποίησε ότι ήταν η αποθήκη που τους είχε στείλει το πρωί, πέταξε τον δίσκο από την αγκαλιά της και τσακίστηκε στο αυτοκίνητο, έτρεξε με όση ταχύτητα μπορούσε.

-------------------------------------
Ο Νικ μόλις είχε τελειώσει το συμβούλιο, αφού δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει στην Νέα Υόρκη είχε τηλεφωνήσει στην αεροπορική εταιρία αν υπάρχει νυχτερινή πτήση για Καλιφόρνια, του απάντησαν θετικά και έτσι έκλεισε θέση για να φύγει στις έντεκα, πριν ανέβει στο αεροπλάνο πήρε τηλέφωνο την Κέλι να δει τι κάνει, αυτή όμως δεν απαντούσε ούτε στο κινητό ούτε στο σταθερό, σκέφτηκε ότι ίσως κοιμόταν, θα της έκανε έκπληξη λοιπόν.
Η πτήση έφτασε στις δώδεκα μέχρι να κατέβει να πάρει τις βαλίτσες του και να βρει ταξί η ώρα ήταν δώδεκα και μισή, μπήκε μέσα, έδωσε την διεύθυνση και προσπάθησε να χαλαρώσει λίγο μέχρι το σπίτι, παρ’ όλο που είχε να την δει από το πρωί την είχε επιθυμήσει, όταν μπήκε από την πόρτα του κήπου παραξενεύτηκε που το αμάξι της Κέλι δεν ήταν στην θέση του, έβαλε το κλειδί και προχώρησε στο σπίτι, όλα ήταν σκοτεινά άναψε το φως και δεν είδε κάτι περίεργο, πήγε στο σαλόνι και εκεί παρατήρησε τον δίσκο με το φαγητό στο πάτωμα και το DVD στην αναμονή, πήρε το τηλεκοντρόλ και πάτησε το play, είδε το βίντεο και η καρδιά του έφυγε από την θέση της, σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε το τμήμα, το σήκωσε η Κιμ,
‘’Αστυνομικό τμήμα πέντε της Καλιφόρνια, πως μπορώ να βοηθήσω;’’
‘’Κιμ, είμαι ο Νικ, πάρε γρήγορα τηλέφωνο τον Άρνι και τον αρχηγό να έρθουν στην αποθήκη που πήγαμε το πρωί, μην καθυστερείς , τώρα, η Κέλι ίσως κινδυνεύει’’
‘’Η Κέλι; Τι έγινε;’’
‘’Δεν ξέρω Κιμ, αλλά κάνε το τώρα’’
‘’Εντάξει, σε κλείνω’’
Ο Νικ πετάχτηκε από το σπίτι και έτρεξε με τα πόδια στην πλατεία λίγο πιο κάτω μήπως βρει ταξί, ήταν τυχερός υπήρχε ένα αυτοκίνητο για να τον πάει, μπούκαρε μέσα χωρίς λόγια και του είπε που έπρεπε να πάει, ο ταξιτζής πάτησε γκάζι και τον πήγε στον προορισμό του σε είκοσι λεπτά.

----------------------------------

Η Κέλι περπάτησε αθόρυβα μέσα στην αποθήκη, είδε τον Μπερκ, καθόταν σε μια καρέκλα στο γραφείο και κρατούσε στα χέρια του ένα όπλο, λίγο πιο πέρα ήταν η Τζίλ, έκανε λίγα βήματα ακόμα πιο μέσα και ξαφνικά άκουσε από πίσω της έναν θόρυβο, γύρισε και είδε έναν άντρα γνωστό να έρχεται κατά πάνω της με φόρα, στο χέρι του κρατούσε ένα μαχαίρι, δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν, προσπάθησε να βγάλει το όπλο της από την θήκη, ήταν όμως αργά, ο Γκρίν την πρόλαβε, την χτύπησε στο κεφάλι με τόση δύναμη που έχασε τις αισθήσεις της αμέσως, την σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στον Μπερκ
‘’Βρε, βρε, για κοίτα ποιος μας ήρθε, λίγο καθυστερημένα αλλά τα κατάφερε. Είδες Τζίλ, σου είπα ότι μέχρι το βράδυ θα σου φέρω παρέα, εσύ όμως δεν με πίστεψες’’
Η Τζίλ τον κοίταξε με τόσο μίσος ενώ ο Γκρίν έβαζε την Κέλι να καθίσει δίπλα της, έδεσε τα χέρια της και έριξε ένα ολόκληρο ποτήρι νερό στο πρόσωπό της, η Κέλι τινάχτηκε μέχρι πάνω, στην αρχή άνοιξε τα μάτια αλλά δεν κατάλαβε που ήταν, όταν το μυαλό της ξεκαθάρισε από το χτύπημα, άρχισε να θυμάται, είδε την Τζίλ, πήγε να μιλήσει την διέκοψε όμως ο Μπερκ
‘’Ντετέκτιβ, είσαι αντιδραστικός χαρακτήρας, εγώ σου είπα ότι αν έβαζες άτομο σε αυτό το μέρος θα γινόταν κάτι πολύ κακό και εσύ δεν με άκουσες. Είδες τώρα τι με ανάγκασες να κάνω; Έβγαλα το κορίτσι από το ωραίο του σπιτάκι εξαιτίας σου και επίσης μου φόρτωσες και φόνο αστυνομικού. Τώρα τι θα κάνω μαζί σου; Μπορείς να μου απαντήσεις’’
‘’Να δεις τι θα σου κάνω εγώ μόλις καταφέρω να λυθώ’’
‘’Άσε δε που με την χαζομάρα σου δεν θα μπορέσω να πετύχω και τον σκοπό μου. Τα κατέστρεψες όλα, δεν θα έχω την χαρά να δικαιωθώ’’
‘’Σου έχω μια πρόταση, ελευθερώνεις την Τζίλ, κρατάς εμένα και κατευθείαν κάνω μια συνέντευξη που θα λέω ότι έκανα λάθος με την υπόθεσή σου’’
‘’Νομίζεις ότι είναι τόσο απλό; Γελάστηκες, έπρεπε να σκεφτείς πιο καλά τις πράξεις σου πριν τις κάνεις πραγματικότητα’’
‘’Έλα Μπερκ, εμείς οι δύο θα τα βρούμε’’
‘’Αποκλείεται. Ξέρει κανένας άλλος ότι ήρθες;’’
‘’Όχι, είδα το DVD και έτρεξα αμέσως εδώ χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν’’
‘’Ο φιλαράκος σου του FBI που είναι;’’
‘’Κάνεις πως δεν ξέρεις;’’
‘’Θα μου πεις ή θα αρχίσω από τώρα να πειράζω την φιλενάδα σου;’’
‘’Στη Νέα Υόρκη, δεν θα γυρίσει αργότερα από την Πέμπτη’’
‘’Πως και αυτό;’’
‘’Είχε ένα συμβούλιο για το πώς θα ξεπαστρεύουν κάτι ανεγκέφαλα τομάρια σαν εσένα και αποφάσισε να πάει για να σιγουρευτεί ότι δεν θα κάνει κάποιο λάθος μαζί σου’’
ο Μπερκ αγρίεψε τόσο πολύ που πήγε μπροστά της και την χαστούκισε
‘’Αυτό για να μάθεις να μιλάς’’
‘’Αλήθεια δεν μου είπες, αυτόν τον ατάλαντο δημοσιογράφο που δεν τόλμησε να με χτυπήσει κατάμουτρα τι τον έχεις εδώ;’’ ο Γκρίν πλησίασε
‘’Εγώ απλά είμαι εδώ γιατί θέλω να σε δω να υποφέρεις και μετά να πεθαίνεις με φριχτό τρόπο, όπως σου αξίζει βέβαια’’
‘’Γιατί μου αξίζει αυτό; Σου έκανα κάτι;’’
‘’Ξεχνάς όλες τις φορές που με ταπείνωσες μπροστά σε όλο τον κόσμο;’
‘’Τη δουλειά μου έκανα, δεν γίνεται όλοι οι δημοσιογράφοι να περιμένουν την συνέντευξη τύπου και εσύ να χώνεσαι με το έτσι θέλω παντού’’
‘’Δημοσιογράφος αυτό σημαίνει, να μαθαίνεις τα νέα όσο είναι φρέσκα’’
‘’Δεν αντιλέγω, αλλά μέχρι το σημείο που δεν ενοχλείς την δουλειά του άλλου’’
‘’Τι τα λέμε τώρα αυτά αφού σε λίγη ώρα δεν θα υπάρχεις, θα βρούνε το πτώμα σου και της φίλης σου, όσα κομματάκια βέβαια υπάρχουν μέσα στα συντρίμμια αυτής εδώ της αποθήκης’’
‘’Βλέπω ότι κανένας από τους δύο σας δεν έχει τα κότσια να με σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια’’
‘’Σκάσε παλιοβρόμα’’ την ξαναχτύπησε ο Μπερκ ‘’Τις έχει δέσει καλά έτσι, δεν υπάρχει περίπτωση να λυθούν;’’
‘’Μην σε ανησυχεί αυτό, με τέτοιο κόμπο ούτε όταν σκάσει η βόμβα δεν θα λυθούν’’
‘’Ωραία, πάμε να ετοιμάσουμε τα πράγματα’’ έφυγαν και άφησαν τα κορίτσια μόνα τους
‘’Κέλι, τι θα κάνουμε; Σε λίγο θα μας σκοτώσουν’’
‘’Έτσι νομίζουν, όταν με έδεσε πρόσεξα τις κινήσεις που έκανε, σε πέντε λεπτά θα έχω λυθεί’’
‘’Μα πως, δεν τον άκουσες; Δεν μπορούμε να λυθούμε’’
‘’Θα σου δείξω αμέσως τώρα τι δεν μπορούμε να κάνουμε’’ πράγματι, σε πέντε λεπτά ήταν ελεύθερη, πήγε κοντά στην Τζίλ και την έλυσε
‘’Τρέξε τώρα έξω γρήγορα, βρες ένα τηλέφωνο και κάλεσε την αστυνομία, κουνήσου’’
η Τζίλ έφυγε με όλη της την δύναμη, η Κέλι προσπάθησε να καταλάβει προς τα πού πήγαν τα δύο καθάρματα.

-----------------------------------

Ο Νικ πλήρωσε τον οδηγό, έβγαλε το όπλο του και ξεκίνησε να μπει μέσα, στα πρώτα βήματα που έκανε είδε κάποιον να τρέχει προς τα έξω, μπήκε μπροστά στην πόρτα για να τον σταματήσει όποιος και αν ήταν, πλησίασε πιο κοντά και τότε κατάλαβε την Τζίλ, αυτή τρόμαξε μέσα στο σκοτάδι, δεν ήξερε ποιος ήταν και άλλαξε πορεία για να μην την πιάσει, ο Νικ την φώναξε
‘’Τζίλ, μην φεύγεις, ο Νικ είμαι’’ αυτή τότε γύρισε στο μέρος του και έφτασε βολίδα κοντά του
‘’Αχ! Νικ, κάνε γρήγορα, η Κέλι κινδυνεύει πολύ, κατάφερε να σώσει εμένα αλλά αυτή έμεινε για να τους αντιμετωπίσει’’
‘’Φύγε έξω από εδώ, περίμενε την αστυνομία λίγο πιο κάτω, τους ειδοποίησα, έρχονται’’ μπήκε στην αποθήκη και έψαξε την Κέλι, άκουσε από μακριά φωνές, κάποιοι μάλωναν, προχώρησε με ήρεμες κινήσεις για να μην δώσει στόχο, ξαφνικά άκουσε έναν πυροβολισμό, τρόμαξε και πετάχτηκε μπροστά, την είδε κάτω, την είχαν χτυπήσει στο χέρι, δίπλα της ήταν ένας άντρας, πεσμένος και αυτός, στο βάθος είδε έναν άντρα που έτρεχε, έσκυψε στον χτυπημένο, έπιασε τους σφυγμούς του αλλά μάταια, ήταν νεκρός, πλησίασε την Κέλι, ήταν καλά, την πονούσε αφάνταστα το χτύπημα αλλά θα άντεχε
‘’Νικ, τι κάνεις εδώ;’’
‘’Θα σου τα εξηγήσω μετά, είσαι καλά;’’
‘’Θα επιζήσω, πάρε τον Μπερκ από πίσω, θα τον πιάσεις σίγουρα, τον Γκρίν τον πρόλαβα τελευταία στιγμή πριν με πυροβολήσει, ο Μπερκ με χτύπησε και μόλις έπεσα κάτω άρχισε να τρέχει, του πρόλαβα όμως μια στο πόδι, δεν θα πάει μακριά’’ ο Νικ ξεκίνησε για να βρει τον Μπερκ, άκουσε σειρήνες να πλησιάζουν, χαμογέλασε.
Ο Μπερκ τον περίμενε και όταν πλησίασε χίμηξε πάνω του, άρχισαν να παλεύουν, στην αρχή ο μεγαλόσωμος άντρας είχε το προβάδισμα, έβαλε τον Νικ από κάτω και τον χτυπούσε αλύπητα, κατάφερε όμως και γύρισε το παιχνίδι στο μέρος του, αφού κέρδισε έδαφος ο Νικ μετά δεν ήταν τίποτα δύσκολο, του έβαλε το όπλο στο κεφάλι, του πέρασε χειροπέδες και τον σήκωσε, ο Μπερκ προσπάθησε για μια τελευταία φορά να χτυπήσει τον Νικ, άπλωσε τα χέρια του και τον έπιασε από τους ώμους για να τον ρίξει ξανά, όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος του, η Κέλι μόλις ήρθαν οι αστυνομικοί, σηκώθηκε και τους ακολούθησε, έτσι του έσωσε την ζωή, πυροβόλησε τον Μπερκ και τον έριξε κάτω με την μία, έπεσε και ο Νικ μαζί του, η Κέλι έτρεξε, άνοιξε τις χειροπέδες και τον βοήθησε να στηθεί στα πόδια του, ακολούθησαν οι αστυνομικοί, μάζεψαν τον Μπερκ, βγήκαν έξω στηριζόμενοι ο ένας στον άλλο, η Τζίλ τους περίμενε στο ασθενοφόρο, την είχαν πάρει για να φροντίσουν τα τραύματά της, μόλις τους είδε ήταν τόσο μεγάλη η χαρά της που λιποθύμησε, έκατσαν σε ένα κρεβάτι για τις πρώτες βοήθειες, ξύπνησαν και την Τζίλ, τους πήγαν στο νοσοκομείο.
Η Κέλι χρειαζόταν χειρουργείο αμέσως λόγω της σφαίρας που είχε φάει στο χέρι, οι άλλοι περίμεναν να τελειώσει για να σιγουρευτούν εάν ήταν όλα καλά, στην διάρκεια που περίμεναν είχαν φτάσει και όλοι οι άλλοι, τους είχαν ειδοποιήσει μόλις πήγαν στο νοσοκομείο, η Πάϊπερ, ο Ρότζερ, η Τζέμα, τον Αρχηγό τον φώναξε ο Άρνι, κάθισαν ανήσυχοι, ο Αρχηγός ξαφνικά θυμήθηκε τους γονείς της Κέλι, τους πήρε τηλέφωνο, τους εξήγησε τι έγινε, αυτοί μέσα στον ύπνο τους δεν κατάλαβαν στην αρχή ποιος ήταν και τι τους έλεγε, αλλά μόλις άκουσαν το όνομα της, την σφαίρα και το νοσοκομείο, πετάχτηκαν επάνω και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο.
Η εγχείρηση έγινε χωρίς κανένα πρόβλημα, την έβγαλαν μετά από μια ώρα και την πήγαν σε ένα δωμάτιο, ήταν τόσο εξαντλημένη που ο γιατρός τους είπε ότι δεν θα ξυπνούσε παρά μόνο μετά από μια μέρα, αλλά ήταν καλά, δεν υπήρχε κάποιος φόβος, επίσης τους επισήμανε να πάνε να ξεκουραστούνε όλοι. Ο Νικ έμεινε να περιμένει τους γονείς της Κέλι, μαζί του και ο Αρχηγός γιατί ένιωθε ένοχος στον μπαμπά της. Όταν έφτασαν τους καθησύχασαν ότι όλα ήταν εντάξει, σε δυο μέρες θα έβγαινε, πήγαν όλοι μαζί για έναν καφέ και περίμεναν να χαράξει, περίμεναν με αγωνία να ξυπνήσει η Κέλι.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Την ξύπνησε το τηλέφωνο, σηκώθηκε αμέσως και απάντησε
''Μπίσοπ, λέγεται''
''Καλημέρα ντετέκτιβ, είναι ώρα να σηκωθείς, έχει πάει έξι και μισή, δεν θέλω να χάσεις την μέρα σου, άντε σήκω, ξύπνα και τον φιλαράκο σου και ξεκινήστε'' η Κέλι άκουσε ένα κλικ και κατάλαβε ότι της είχε κλίσει το τηλέφωνο, ο Νικ είχε ξυπνήσει και αυτός, την ρώτησε
''Τι έγινε, ποιος ήταν;''
''Ο Μπερκ, μας πήρε να μας ξυπνήσει για να μην αργήσουμε. Μόνο να τον πιάσω, δεν ξέρεις τι τον περιμένει''
''Πρέπει να καίγεται πολύ για να πάρει από τόσο νωρίς, σηκώνομαι για μπάνιο''
''Εντάξει, εγώ πάω να ετοιμάσω καφέ και πρωινό, θα σε περιμένω κάτω.'' ο Νικ μπήκε στο μπάνιο και η Κέλι κατέβηκε, δεν είχε όρεξη για πολλά σήμερα έτσι έφτιαξε τοστ και έβρασε αβγά, ο Νικ κατέβηκε μετά από λίγη ώρα
''Κέλι, θέλει να πάμε και από το ξενοδοχείο να αλλάξω''
''Ξέρεις Νικ, το βαρέθηκα αυτό, δεν μαζεύεις τα πράγματά σου να έρθεις εδώ, έτσι κι αλλιώς όλη την ημέρα μαζί είμαστε και τα βράδια κοιμάσαι εδώ, γιατί να χρεώνεις την υπηρεσία τζάμπα, θα σου χρειαστούν άλλη φορά''
''Σαν να έχεις δίκιο, μην σου φορτώνομαι όμως, άλλο το να κοιμάμαι τα βράδια εδώ και άλλο να μένω εδώ''
''Αν δεν σε βολεύει τότε εντάξει κράτα το δωμάτιο''
''Όχι αγάπη μου, μην με παρεξηγείς, εγώ δεν θέλω να σου γίνω βάρος''
''Τέτοια βάρη να είχα κάθε μέρα και τι άλλο θα ήθελα, εγώ σου έκανα την πρόταση, αποφάσισε εσύ τι θα κάνεις'' ο Νικ έβαλε καφέ στην κούπα του, σερβίρισε την Κέλι και έκατσαν στα γρήγορα να φάνε, η Κέλι σε μια στιγμή τον ρώτησε
''Ξέρεις Νικ, αναρωτιέμαι τι μπορεί να μας έχει αφήσει σε εκείνο το σπιτάκι, λες να είναι παγίδα;''
''Δεν το νομίζω, για τον απλούστατο λόγο ότι ακόμα, τουλάχιστον, δεν θέλει να βλάψει εσένα, σε χρειάζεται, τώρα τι άφησε, δεν μπορώ να σου πω μέχρι να το δω''
''Καλά, συμφωνώ μαζί σου, αλλά με έχει πιάσει ανησυχία, το ένστικτό μου συχνά δεν με γελά''
''Ησύχασε, όσο πιο αγχωμένη είσαι, τόσο το χειρότερο, τελείωσα, πάω να ντυθώ να φύγουμε'' η Κέλι μάζεψε, έπλυνε τα πιάτα και ανέβηκε πάνω να ετοιμαστεί, σε είκοσι λεπτά ήταν κιόλας έξω από την πόρτα και έμπαιναν στο αυτοκίνητο, δεν κατάλαβε κανείς από τους δύο ένα μπλε ford που τους παρακολουθούσε.
Έπιασαν την λεωφόρο και λίγο αργότερα ήταν στο ξενοδοχείο, ο Νικ έτρεξε πάνω να αλλάξει, η Κέλι έμεινε για να κάνει κάποια τηλέφωνα, πήρε στο τμήμα για να θυμίσει στον Άρνι ότι θα αργήσει σήμερα, του είπε επίσης να το αναφέρει στον αρχηγό μήπως τυχόν και το είχε ξεχάσει, ενώ τον ρωτούσε για την Βάλερι για να μάθει τι έγινε φάνηκε και ο Νικ, της έκανε νόημα ότι ήταν έτοιμος να φύγουν, η Κέλι χαιρέτησε τον Άρνι και του υποσχέθηκε ότι μόλις γυρίσει και τελειώσει με τον αρχηγό θα κάτσουν να το συζητήσουν, έκλεισε το τηλέφωνο και έβαλε μπροστά την μηχανή, σε πέντε λεπτά βρισκόταν ήδη στον αυτοκινητόδρομο, πάτησε το γκάζι στα 160, άναψε και τους φάρους αλλά όχι τις σειρήνες, μετά από μια ώρα περίπου είχαν φτάσει στον προορισμό τους, βρήκαν ένα βενζινάδικο και σταμάτησαν για να ρωτήσουν που θα βρουν το σπίτι, τους έδωσαν πληροφορίες, πήρε δύο καφέδες και γύρισε στο αμάξι
''Δεν είναι πολύ μακριά, θα πάρουμε ευθεία τον δρόμο και στο τρίτο στενό θα στρίψουμε αριστερά, μετά αμέσως δεξιά και θα το βρούμε μπροστά μας. Με ρώτησε επίσης, γιατί το ψάχνουμε αφού είναι ερείπιο, έχει να κατοικηθεί δέκα χρόνια, του είπα ότι είναι το σπίτι ενός γνωστού και θέλαμε να το δούμε''
''Ωραία, καλά έκανες, ξεκίνα τώρα μπας και τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα'' προχώρησαν ευθεία όπως τους είχαν δείξει και συνέχισαν, έστριψαν αριστερά και αμέσως δεξιά και μπροστά τους βρέθηκε ένα σπίτι μισογκρεμισμένο, η Κέλι δεν καταλάβαινε γιατί τους είχε φέρει εδώ, άνοιξε το Πορτ μπαγκάζ, έβγαλε δύο φακούς, έδωσε έναν στον Νικ και έβαλε και αυτή έναν στη τσέπη της, έλεγξε αν το όπλο της ήταν γεμάτο και ετοιμάστηκαν να μπούνε μέσα όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο
''Μπίσοπ, παρακαλώ''
''Χαίρομαι που έφτασες γρήγορα, τώρα προχώρα, μπες μέσα και κατέβα στην αποθήκη, θα σε πάρω ξανά''
''Δεν μπορώ να καταλάβω τι βιόλα βαράει αυτός ο άνθρωπος, δεν τον αντέχω''
''Έλα, μην τον αφήνεις να σου τσιτώνει τα νεύρα, πάμε'' ανέβηκαν τα σκαλιά, η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη, με προσοχή δοκίμασε τα ξύλα στο πάτωμα αν βαστούσαν, μόλις σιγουρεύτηκε με αργά βήματα προχώρησε, έφτασε στο σαλόνι, είχε μια πολυθρόνα και μια τηλεόραση, το προσπέρασαν και πήγαν στην κουζίνα, εκεί γινόταν ο χαμός, κατσαρίδες, ποντίκια, μύγες και κάθε λογής ζουζούνι, η Κέλι σιχάθηκε τον εαυτό της, το προσπέρασε όμως και πήγε μπροστά στην πόρτα της αποθήκης, άναψε τον φακό της και έφεξε τον χώρο, δεν υπήρχαν πολλά πράγματα, μόνο μια παλιά ντουλάπα και ένα τραπέζι, το οποίο είχε πάνω ένα κουτί, αυτό φαινόταν ολοκαίνουργιο, άρα αυτό έψαχνε, σκέφτηκε, άρχισε να κατεβαίνει, ο Νικ την ακολουθούσε αλλά γυρνούσε και πίσω για να προσέχει, πάτησε το πόδι της στο τελευταίο σκαλί και χτύπησε το τηλέφωνο
''Λέγε''
''Μην αγχώνεσαι ντετέκτιβ, δεν σου έχω βάλει παγίδα, ακόμα δεν ήρθε η ώρα σου, μόλις τελειώσεις αυτήν την υπόθεση ίσως, αλλά όχι σήμερα. Λοιπόν, έχει ένα κουτί πάνω στο τραπέζι, άνοιξέ το, σε περιμένω''
''Μπορείς να μου πεις γιατί το κάνεις αυτό;''
''Μα σου είπα, θέλω την βοήθεια σου, χωρίς αυτήν δεν μπορώ να κάνω τίποτα, άντε, άνοιξέ το'' η Κέλι πήρε το κουτί στα χέρια της, ήταν ελαφρύ, άρα αποκλείεται να ήταν βόμβα, έσπασε τον σπάγκο που ήταν δεμένο και το άνοιξε, μέσα είδε μια φωτογραφία των κοριτσιών, της Τζίλ, της Πάϊπερ και της Τζέμα, έναν χάρτη με μια τοποθεσία που ξεκινούσε από το κέντρο της Καλιφόρνια και κατέληγε σε ένα σημείο κοντά στα προάστια και ένα γράμμα, το διάβασε
''Αυτός είναι ένας χάρτης για να βρεις το στοιχείο που σε ενδιαφέρει, είναι το τελευταίο αλλά και το πιο δύσκολο, μόλις το βρεις θα καταλάβεις τι θέλω, όσο για την φωτογραφία, να είσαι σίγουρη πως αν μέχρι την επόμενη Δευτέρα δεν έχεις βγει στα κανάλια να δημοσιεύσεις αυτά που θα βρεις, ένα από αυτά τα κοριτσάκια θα πάθει κάτι πολύ κακό''''
Κάθαρμα, τι σκατά σκαρώνεις;''
''Έλα τώρα ντετέκτιβ, είναι ένας γρίφος που πρέπει να λύσεις, μόνο πρόσεχε γιατί δεν σε χωράει να κάνεις λάθη, σε αφήνω τώρα, γύρνα στο τμήμα σου, αύριο πάνε στο μέρος που σου δείχνω και κανόνισε μέχρι την Δευτέρα να έχει βγει στα κανάλια''
''Και γιατί να πάω αύριο και όχι σήμερα;''
''Για τον λόγο ότι το στοιχείο σου δεν είναι εκεί σήμερα. Α! Και μην τολμήσεις να βάλεις κάποιον να παρακολουθεί το μέρος γιατί δεν πρόκειται να βρεις το στοιχείο και επίσης η καταδίκη μιας από τις φίλες σου θα είναι δεδομένη, όλα είναι στα χέρια σου''
της έκλεισε το τηλέφωνο
''Τι άνθρωπος είναι αυτός Χριστέ μου;''
''Τι σου είπε πάλι;''
''Μου έδωσε αυτόν τον χάρτη, να πάω εκεί αύριο για να πάρω το τελευταίο στοιχείο και μέχρι την Δευτέρα πρέπει να το έχω βγάλει στα κανάλια''
''Και γιατί αύριο και όχι σήμερα;''
''Γιατί δεν το έχει αφήσει ακόμα, επίσης μου είπε να μην βάλω κάποιον να προσέχει το μέρος γιατί αν το καταλάβει τα κορίτσια θα πάθουν κάτι κακό''
''Εντάξει, πάμε και θα τα συζητήσουμε στο δρόμο'' της έκανε νόημα ότι είχε ένα σχέδιο και ότι θα της το έλεγε στο αυτοκίνητο.
Πήραν τον δρόμο του γυρισμού, μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά από το χωριό ο Νικ για να είναι σίγουρος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τους ακούσει έγραψε σε ένα χαρτί
''Θα πάρουμε έναν γνωστό μου που ήταν μυστικός, έχει συνταξιοδοτηθεί τώρα, αναλαμβάνει δουλειές που δεν μπορούν οι νέοι, θα τον βάλουμε από σήμερα μέχρι αύριο να παρακολουθεί το μέρος, είναι πολύ καλός δεν πρόκειται να τον αντιληφθεί''
''Είσαι σίγουρός;''
''Απολύτως''
''Εντάξει, όταν φτάσουμε όμως στο τμήμα, θέλω να πάρω τα κορίτσια τηλέφωνο''
''Ναι, σε πόση ώρα θα φτάσουμε;''
''Σε ένα τέταρτο είμαστε στο τμήμα'' πάρκαραν και ανέβηκαν στο γραφείο, βρήκε τον Άρνι
''Γεια σου Άρνι, ο μεγάλος είναι μέσα;''
''Ναι, σε περιμένει, δεν το είχε ξεχάσει''
''Ωραία, πάω να τον ενημερώσω και μετά θα πάμε για φαγητό θα έρθεις έτσι;''
''Θα έρθω'' η Κέλι προχώρησε, μπήκε στο γραφείο και τον καλημέρισε
''Καλημέρα αφεντικό, τι κάνεις;''
''Δεν είμαι καλά, άσε με εμένα όμως, πες μου τι έγινε;''
''Τι να γίνει; Πήγαμε εκεί που μας έστειλε, βρήκαμε ένα κουτί το οποίο μέσα είχε έναν χάρτη, ένα σημείωμα και μια φωτογραφία''
''Το σημείωμα τι έλεγε;''
''Εξηγούσε τον χάρτη, ορίστε εδώ τα έχω''
''Η φωτογραφία των κοριτσιών τι σχέση έχει;''
''Διάβασε και θα δεις''
''Δεν το πιστεύω, πρώτα ο Έρικ, μετά η αντιδήμαρχος και τώρα αυτό''
''Έχουμε μια ιδέα με τον Νικ''
''Για πες μου τι κατέβασε πάλι το μυαλό σου;''
''Όχι το δικό μου, του Νικ, λοιπόν, θα πει σε έναν δικό του, ήταν μυστικός, τώρα είναι συνταξιούχος, αναλαμβάνει δύσκολες υποθέσεις, θα τον βάλουμε εκεί να παρακολουθεί το μέρος''
''Για τόσο χαζό τον περνάς τον Μπερκ; Νομίζεις ότι δεν θα το καταλάβει;''
''Είναι πολύ καλός, δεν υπάρχει περίπτωση''
''Όπως νομίζεις, κανόνισε μόνο να μην σκατώσετε την δουλειά, συνεννοηθήκαμε;''
''Ότι πεις αφεντικό, με θέλεις κάτι άλλο;''
''Μόνη σου θα πας αύριο;''
''Όχι με τον Νικ και με τον Άρνι''
''Πάρε μαζί σου και έναν των ειδικών δυνάμεων, να είμαι σίγουρος ότι δεν θα γίνει καμιά στραβή, αν πάθεις κάτι ο μπαμπάς σου θα με σκοτώσει''
''Εντάξει, θα κανονίσω να πάρω κάποιον, σε αφήνω τώρα, τα λέμε αύριο'' έφυγε και κατέβηκε στο γραφείο της, ο Νικ μιλούσε ήδη με τον πράκτορα
''Οκ, Τζεφ, πήγαινε σε εκείνο το σημείο και μόλις δεις κάτι περίεργο πάρε με τηλέφωνο'' γύρισε στην Κέλι ''Τα κανόνισα όλα, ξεκινάει σε λίγο για το μέρος που μας δείχνει ο χάρτης''
''Πολύ καλά, θα πάρω τα κορίτσια τηλέφωνο και φεύγουμε για φαγητό, θα έρθει μαζί μας και ο Άρνι.
Πήρε τα κορίτσια στη σειρά την μια μετά την άλλη, τις ειδοποίησε να προσέχουν και ότι από αύριο θα τις έβαζε σε πρόγραμμα προστασίας, μόλις τελείωσε πήρε τον αρχηγό
''Έλα αρχηγέ, εγώ είμαι πάλι''
''Τι έγινε Κέλι, πριν μισή ώρα ήσουν εδώ''
''Ναι, σου είπα και σου έδωσα όλα τα στοιχεία αλλά δεν σου ανέφερα για τα κορίτσια, από αύριο πρέπει να μπουν σε πρόγραμμα''
''Καλά, θα το τακτοποιήσω εγώ, μην σε απασχολεί εσένα''
''Ευχαριστώ αρχηγέ, γεια''
''Γεια σου Κέλι''
''Το κανόνισα, πάμε να φάμε τώρα;''
''Φύγαμε;'' βρήκαν τον Άρνι, τον πήραν και έφυγαν όλοι μαζί.
Πήγαν σε ένα κινέζικο, κάθισαν και παρήγγειλαν, ο κατάλογος δεν είχε ονόματα αλλά αριθμούς και εικόνες, έτσι η Κέλι πήρε το 24,το 53, το 59 και το 80, τα οποία ήταν, σούπα με φύκια, σούσι, ξινή πάπια σε μπουκιές και ένα ποτό δική τους κατασκευής, ο Νικ παρήγγειλε το ίδιο εκτός από το ποτό δεν το άντεχε και ζήτησε κόκα-κόλα, ο Άρνι πήρε το 12, το 23 και το 86 δηλαδή γεμιστό φίδι, σούπα και ρύζι τηγανισμένο, καθώς περίμεναν άρχισαν τη συζήτηση, μίλησαν για τον Μπερκ και μετά πήραν φόρα και αναφέρθηκαν στο πρόβλημα του Άρνι
''Τι έγινε τελικά, βρήκατε καμιά λύση;''
''Το παλεύουμε, της είπα ότι θα προσπαθήσω να διορθωθώ, δεν θα παίρνω πολλά νυχτερινά''
''Και τι έγινε, δέχτηκε;''
''Είπε ότι θα το σκεφτεί, σήμερα το βράδυ θα μου απαντήσει''
''Πολύ καλό αυτό, άρα δεν χρειάζεται να της μιλήσω''
''Όχι εντάξει, σε ευχαριστώ πάντως, θα σου το χρωστάω και σε εσένα Νικ που χωρίς να με ξέρεις με βοήθησες''
''Μιλάς σοβαρά τώρα, ότι θέλεις και αν μπορώ να σε βοηθήσω και αλλού θα το κάνω'' καθώς έτρωγαν ο Νικ σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο, ο Άρνι άρπαξε την ευκαιρία
''Λέγε, τι γίνεται με τον Νικ, σας βλέπω πολύ κοντά''
''Τι θέλεις να γίνει, τίποτα, όλα καλά''
''Μη με δουλεύεις εμένα, κάτι τρέχει μεταξύ σας''
''Πως σου ήρθε αυτή η ιδέα;''
''Θα μου πεις ή θα ρωτήσω τον ίδιο;''
''Εντάξει, δεν θα με κάνεις ρεζίλι, έχουμε κάτι αλλά δεν ξέρω ακόμα που θα καταλήξει, είναι νωρίς ακόμα''
''Ταιριάζετε πολύ, να τον κρατήσεις, είναι ο καλύτερος από όλους τους άλλους που έχεις μπλέξει''
''Άρνιιι, σκασμός τώρα, έρχεται''
''Τι λένε εδώ τα παιδάκια;''
''Τι να λέμε, συνεχίζουμε με την κατάσταση του Άρνι και πως θα ξεμπλέξει''
''Νόμιζα ότι το λύσαμε αυτό''
''Τώρα το λύσαμε στα σίγουρα. Λοιπόν, πληρώνουμε και γυρνάμε στη δουλειά;''
''Ναι, παρακαλώ τον λογαριασμό''
''Αμέσως'' τους τον έφερε, πλήρωσαν και έφυγαν, μόλις έφτασαν στο τμήμα ξεκίνησαν την δουλειά, είχαν πάρει καινούργια στοιχεία για τα άλλα δύο πτώματα και έπρεπε να τα αναλύσουν, κάθισαν για ώρες οι τρείς τους και μελετούσαν, σε κάποια στιγμή ο Άρνι είδε το ρολόι και βλαστήμησε την ώρα που δεν είχε βάλει ειδοποίηση, ήταν εννιά, τα μάζεψε στα γρήγορα, τους χαιρέτησε και τσακίστηκε να πάει στο σπίτι, η Κέλι και ο Νικ έμειναν λίγο ακόμα, φτάνοντας στο σπίτι χτύπησε το τηλέφωνο του Νικ
''Τζόουνς''
''Εδώ, Κερκ, έχουμε αύριο το μεσημέρι συνάντηση με τον Πρόεδρο, πάρε την πτήση των οχτώ, σου έκλεισα θέση, είναι ζήτημα υψίστης σημασίας''
''Εντάξει, αύριο το μεσημέρι θα είμαι εκεί''
''Τι έγινε, που θα είσαι αύριο το μεσημέρι;''
''Στην Νέα Υόρκη, έρχεται ο Πρόεδρος, έχουμε σημαντικό συμβούλιο''
''Και τέτοια ώρα βρήκαν να σου το πούνε;''
''Τώρα κανονίστηκε, θα φύγω αύριο το πρωί, κατά τις οχτώ, μου έκλεισαν θέση''
''Εδώ τι θα γίνει; Φτάνουμε στο τέλος''
''Σήμερα είναι Δευτέρα, έχουμε ακόμα μια βδομάδα, εγώ σε δύο βαριά τρείς μέρες θα έχω γυρίσει''
''Εντάξει, δηλαδή θέλει να ξυπνήσουμε στις έξι και μισή''
''Θα ξυπνήσω εγώ, εσύ κοιμήσου''
''Δεν το συζητάω, μόνο θα μου αφήσεις το τηλέφωνο του ανθρώπου που έβαλες να παρακολουθεί, για να μιλήσω μαζί του''
''Θα σου το δώσω, πάμε τώρα μέσα για να προλάβουμε να κοιμηθούμε λίγο'' αφού μπήκαν στο σπίτι, έκαναν ένα μπάνιο και έπεσαν και οι δύο ξεροί στο κρεβάτι.
Το ίδιο μπλε ford που τους ακολουθούσε από το πρωί ήταν στημένο λίγο πιο κάτω από το σπίτι, περίμενε να έρθει το πρωί με ανυπομονησία.